Αναρτήθηκε από: newriters | Ιανουαρίου 31, 2008

Τα γυαλιά ηλίου

Σκηνή Πρώτη

Στο δωμάτιο ψυχιατρείου ένας κουλουριασμένος άντρας που φοράει μεγάλα γυαλιά ηλίου. Τον παρατηρεί ο γιατρός. Λίγο πιο κει στέκεται ένας νοσοκόμος.

Νοσοκόμος: Δεν τα βγάζει τα γυαλιά.
Γιατρός: Ας τον. Δεν πειράζει.
Νοσοκόμος: Αν τα σπάσει και κάνει καμιά βλακεία με τα τζάμια, εγώ θα την πληρώσω.
Γιατρός: Δεν θα κάνει. δεν είναι επιθετικός. (στον άντρα) Έτσι φίλε; Όλα καλά θα πάνε. Όλα καλά. Θέλεις να βγούμε μαζί καμιά βολτίτσα στο προαύλιο; Να γνωρίσεις τον χώρο; (δεν παίρνει απάντηση) Καλά. Κάθισε εδώ, ηρέμησε και θα τα πούμε αύριο πάλι. Θα ξεκινήσουμε τη θεραπεία μας και βλέπουμε. Μόλις καταλάβουμε τι μας συμβαίνει θα κινηθούμε ανάλογα. Αν βοηθήσεις και συ λίγο, αυτά θα γίνουν συντομότερα. (πάει να φύγει και γυρίζει) Τι δουλειά είπαμε κάνουμε;
(ο νοσοκόμος πετάγεται)
Νοσοκόμος: Ποιητής. (χαμογελάει πονηρά) Ποιητής μου είπε η γυναίκα του. Να τα αποτελέσματα.
Γιατρός: Ποιητής. Πόσο καιρό; Θέλω να πω γράφουμε χρόνια;
Άντρας: Εμείς οι δύο; Ναι. Χρόνια.

Σκηνή Δεύτερη (πέντε λεπτά αργότερα)

Στο γνωστό δωμάτιο του ψυχιατρείου ο άντρας κουλουριασμένος. Μπαίνει η γυναίκα. Τον πλησιάζει αργά και κάθεται στα γόνατα για να είναι κοντά του.
Γυναίκα: Βγάλε επιτέλους τα γυαλιά ηλίου να δω τα μάτια σου. Από μένα κρύβεσαι; (παύση) Τι έχεις πάθει; Νομίζεις ότι πίστεψα εγώ ότι τρελάθηκες; (παύση) Μη κρύβεσαι. Έλα καρδιά μου. Μου λείπεις. Δεν θα επιμείνω άλλο να κάνουμε παιδί. Στο υπόσχομαι.
(κάθεται δίπλα του λυπημένη) Έχεις δίκιο μάτια μου. Δεν είναι δικιά μας η ακτή.
Άντρας: Και οι θάλασσες είναι κόκκινες και τα καράβια βουλιάζουν.
Γυναίκα: Το ξέρω. Απλώς σκέφτηκα πως ίσως να μπορούσαμε να τα αλλάξουμε. (ο άντρας την αγκαλιάζει)
Άντρας: Μείνε εδώ. Κοντά μου. Τίποτα δεν αλλάζει έξω. Μόνο εδώ. Μέσα μας.

Σκηνή Τρίτη (έναν χρόνο μετά)

Στο προαύλιο του ψυχιατρείου ανάμεσα σε άλλους τροφίμους ο άντρας και η γυναίκα κάθονται σε ένα παγκάκι και συζητάνε φορώντας και οι δύο γυαλιά ηλίου. Κρατιούνται σφιχτά.

Γυναίκα: Πέρασε καιρός.
Άντρας: Ένας χρόνος.
Γυναίκα: Λες οι δαίμονες να έχουν ακόμα την ακτή μας;
Άντρας: Ακόμα. Για πάντα.
Γυναίκα: Και οι θάλασσες τι χρώμα έχουν τώρα;
Άντρας: Το ίδιο κόκκινο. Βαθύ κόκκινο.
Γυναίκα: Τότε μπορεί όλα τα καράβια να έχουν βουλιάξει πια.
Άντρας: Μέσα σε καπνούς.
(Παύση)
Γυναίκα: Τι έχει αλλάξει μέσα μας;
Άντρας: Είμαστε ήσυχοι.
Γυναίκα: Οι άλλοι είναι έξω. Ολομόναχοι.
Άντρας: Είμαστε ήσυχοι.
Γυναίκα: Οι άλλοι είναι έξω ολομόναχοι.
Άντρας: Τι να κάνουμε;
Γυναίκα: Αν οι καπνοί είναι ψεύτικοι;
Άντρας: Ο ορίζοντας είναι μακριά.
Γυναίκα: Πως το ξέρουμε;
Άντρας: Γιατί να το μάθουμε;
Γυναίκα: Θα είμαστε ακόμα ήσυχοι αν δεν το μάθουμε;
Άντρας: Όταν φορέσαμε τα γυαλιά, αφήσαμε τα καράβια μας να χαθούν. Αυτή ήταν η απόφαση.
(Παύση)
Γυναίκα: Οι άλλοι είναι έξω ολομόναχοι.
Άντρας: Εκεί θα πεθάνουμε.
Γυναίκα: Ναι. Αλλά όχι πριν.
(Παύση)
(Σηκώνονται αργά, τελετουργικά και βγάζουν τα γυαλιά τους ενώ περνάει πίσω τους ο γιατρός φορώντας γυαλιά ηλίου.)

Αναρτήθηκε από: newriters | Ιανουαρίου 24, 2008

Το t-shirt

Η Αντωνία 55 ετών μαζί με ένα κορίτσι 13 ετών φωτογραφίζονται από τον πατέρα του κοριτσιού, στη Disneyland, μπροστά στο ομοίωμα του ήρωα παιδικών ταινιών ΣΡΕΚ. Η σκηνή αποτυπώνει τις σκέψεις των 3 προσώπων εκείνη τη στιγμή. Το κορίτσι φορά t-shirt με στάμπα κάποια λουλουδάκια.

ΑΝΤΩΝΙΑ:
Ε! Αυτό είναι άνω ποταμών! Στο Παρίσι, στην Ευρώπη, να φτιάξουν δίπλα στο Λούβρο αυτό το έκτρωμα! Το λένε «Disneyland». Σιγά τα ωά! Ένας τενεκές με πλαστικά σκουπίδια είναι. Είκοσι ευρώ η είσοδος παρακαλώ! Για να δούμε τι; Το ένα έχει πράσινη μύτη, το άλλο δεν έχει αυτιά, εκείνο εκεί πέρα κατακόκκινο απ’ την κορφή μέχρι τα νύχια. Ποιο διεστραμμένο μυαλό είχε αυτή τη φαεινή ιδέα; Δεν το περίμενα αυτό από τους Γάλλους. Πάει έγιναν κι αυτοί Αμερική. Με έβαλαν να ποζάρω εδώ μέσα σ’ αυτά τα ανεγκέφαλα τέρατα. Όχι! Όχι! δεν φταίνε αυτά τα πλαστικά, τούτοι εδώ είναι οι ανεγκέφαλοι, πατέρας και κόρη. Η μάνα της κάτι έπιανε από αυτά που ‘λεγα για την Αφροδίτη της Μήλου. Αυτή, αυτή η μικρή έχει αποβλακωθεί από τα μίκυ μάους και τα δεν ξέρω τι! Κάθε μέρα, τρεις φορές πάει κι έρχεται στο video-club με τις ταινίες στο χέρι. Όλη την ώρα, με μια τσίχλα στο στόμα είναι. Από τα Χριστούγεννα, μου έχει πει η μάνα της, την ίδια τσίχλα έχει στο στόμα της. Το βράδυ την βγάζει, την ακουμπάει σε κάτι πλαστικό σαν ετούτα εδώ, και το πρωί, με το που ανοίγει τα μάτια της, πάλι την ξαναβάζει στο στόμα. Σίγουρα δεν είναι καλά στα μυαλά της. Πας να της μιλήσεις κι αντί για “καλημέρα” σου πετάει μια π-ρ-ά-σ-ι-ν-η τσιχλόφουσκα! Τι χημικά θα ‘χουνε βάλει να γίνει πράσινη! Ας όψεται που μου είπανε να με πάρουν μαζί, και γλίτωσα κάμποσα έξοδα, αλλιώς μόνη δε θα αξιωνόμουν ποτέ να πατήσω στο Παρίσι.

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ:
Άραγε γελάω σαν τη Σρέκα; Τι απαλά που μ’ αγκαλιάζει ο Σρεκ! Έχει μεγάλα μακριά χοντρά δάχτυλα σαν φραντζολάκια. Του μπαμπά είν’ άγρια. Έχει τόσο κόσμο εδώ! Κι όλοι γελάνε, όχι όπως πριν, στο Μούβρο, που όλοι σέρνανε τα πόδια τους σαν να πηγαίνανε σε κηδεία. Κοιτούσανε ψηλά σαν ονειροπαρμένοι. Και να έχεις και την κ. Αντωνία «η Αφροδίτη της Πύλου» χτίστηκε πριν 3000 χρόνια. 3000 είπε ή 300; Ουφ! Δε βαριέσαι! Ένα άσπρο άψυχο πράγμα είναι. Ο Σρεκ γελάει, έχει καστανά μεγάλα μάτια κι αυτιά που ακούνε όλες μου τις ευχές. Σρεκ, καλέ μου Σρεκ, βάλε τον πατέρα μου στο Μούβρο και να έρθεις εσύ να ζήσεις στο σπίτι μας. Να είμαστε μαζί με τη μαμά που δε μου χαλάει ποτέ χατίρι. Τα Χριστούγεννα της ζήτησα τον πιο μεγάλο Σρεκ που πουλούσαν στα μαγαζιά. Εντάξει, να σου πω την αλήθεια, δεν είχαμε τόσα πολλά χρήματα, και μου πήρε έναν πιο μικρό. Όλα τα λέω στον Σρεκ το μικρό. Μας ‘δωσαν δώρο και μια τσιχλόφουσκα: «Σρεκμάσα». Τις ξέρεις; Είναι πολύ γλυκιά. Εγώ άμα δεν χωνεύω κάποιον του σκάω μπροστά στη μούρη μια φούσκα και τσουπ! Εξαφανίζεται! Γι’ αυτό την έχω συνέχεια στο στόμα μου. Είναι το μυστικό μου όπλο. Σαν εσένα που έχεις το Πράσινο Μήλο και ρίχνεις τα φλούδια στα μάτια της Μάγισσας.

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΠΟΥ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΖΕΙ:
Έσκασε η πιστωτική να κάνω το ταξίδι. Έτσι, να γελάει η κοριτσάρα μου κι απέ… Κοίτα την! Σε μένα γελάει. Τρελαίνεται να ποζάρει. Κοκέτααα! Στην επεξεργασία θα κόψω τη γριέτζω. Μάς ζάλισε τον έρωτα με την Αφροδίτη της Μήλου. Μωρέ, έχει κάτι βυζάκια αυτή η Αφροδίτη, αλλά τι να την κάνεις, 3000 ετών γκόμενα; Η γριέτζω θα φύγει. Είναι κι άκρη. Εύκολη δουλειά. Σιγά μη θυμούνται που την είχαμε κι αυτή φόρτωμα. Το άτιμο το χρήμα! Να ‘ρθεις εδώ, να σκάσεις μύτη το βράδυ στο Moulin Rouge, να πιεις τα beujolais σου, να σε χαζεύουν τριγύρω τα γκομενάκια. Να πεις «ήρθα στο Παρίσι», κύριος. Όχι να τα μετράς και να τρως στη μάπα τη γριά, επειδή σου λείπει ο παράς. Α! Ωραίο το μπλουζάκι της κοριτσάρας μου αλλά τα λουλουδάκια θα φύγουν. «I love Paris» με χρυσό θα βάλω. Γαμώ! Πολύ κόζικο. Δεν παίζομαι, ο πούστης. Καλλιτέχνης γεννημένος να με γλύφουν τα μοντέλα.

Αναρτήθηκε από: newriters | Ιανουαρίου 23, 2008

H κουκούλα

ΠΡΟΣΩΠΑ: ο ΣΑΜ, η ΤΖΕΪΝ και ο ΠΩΛ

(Πανεπιστημιούπολη-Βιρτζίνια, στον κήπο. Η ΤΖΕΪΝ είναι καθισμένη και έχει τα μάτια κλειστά. Φοράει φούτερ και το κεφάλι της είναι καλυμένο με την κουκούλα. Στη διπλανή καρέκλα κάθεται ο ΣΑΜ και παίζει κιθάρα. Μπαίνει ο ΠΩΛ.)

ΠΩΛ: Τι μουχλιάζετε εδώ πέρα; Πάμε. (επιτακτικά)
ΣΑΜ: Σςς.
ΠΩΛ: Γιατί, ρε; Κοιμάται;
(Με μια απότομη κίνηση ο ΠΩΛ προσπαθεί να τραβήξει την καρέκλα της ΤΖΕΪΝ.)
ΠΩΛ: Ξύπνα! Έφερες τα βιβλία που σου είπα;
(Η ΤΖΕΪΝ ανοίγει τα μάτια και σηκώνεται όρθια. Μοιάζει να απευθύνεται στον ΠΩΛ.)
ΤΖΕΪΝ: Το αίμα μου βάφει τα χέρια σας! Κοιτάχτε το!
ΠΩΛ: (στη ΤΖΕΪΝ) Τι λές;
ΤΖΕΪΝ: Τα βλέμματά σας με καρφώνουν γεμάτα περιφρόνηση. Τα χείλια σας κροταλίζουν χλευασμό και βρισιές. Τα δόντια σας στάζουν δικό μου αίμα!
ΠΩΛ: (στον ΣΑΜ) Ήπιε κάτι;
ΤΖΕΪΝ: Με βάλατε στη γωνία. H απόφαση ήταν δική σας. Μόνο δική σας. Εσείς αποφασίσατε! Ο χλευασμός γέννησε το μίσος μου. Τώρα θα εκδικηθώ!
ΠΩΛ: (στον ΣΑΜ) Πλάκα μου κάνετε;
ΣΑΜ: Μη τη διακόπτεις. Ποίημα λέει.
ΤΖΕΪΝ: Καμιά διέξοδος. Τώρα το τέλος. Τώρα έχετε αίμα στα χέρια σας.
ΠΩΛ: (στον ΣΑΜ) Καλά, αυτό τώρα είναι ποίημα; Σαν να τάπαιξε μου φαίνεται εμένα. (στη ΤΖΕΪΝ) Τζέιν; Τι συμβαίνει;
ΤΖΕΪΝ: Τώρα έρχεται η εκδίκηση. Αυτή είναι η θυσία που θα δώσει δύναμη σε όλους τους ανυπεράσπιστους, σε όλους τους φοβισμένους. Εσάς! Ολες οι γενιές θα φωτίζονται από το θάνατο μου. Στους αιώνες.
ΠΩΛ: (στον ΣΑΜ) Είναι σαν υπνωτισμένη. Δεν το βλέπεις; Νομίζει ότι μιλάει σε … δε ξέρω. Μοιάζει σαν …
ΣΑΜ: (στον ΠΩΛ) Υπνωτισμένη; Βούλωστο λίγο τότε. Θέλω ν’ ακούσω τι λέει… (στη ΤΖΕΪΝ) Ποιος είσαι; Τι κάνεις εδώ;
ΠΩΛ: (στον ΣΑΜ) Αποκλείεται. Είναι στον κόσμο της. Μοιάζει με…
ΤΖΕΪΝ: Ανυπεράσπιστοι όλου του κόσμου. Εν ονόματι σας, θα εκδικηθώ χύνοντας το αίμα των βασανιστών μου!
ΠΩΛ: Ο Τσο Κβάι! Μιλάει σαν τον Τσο Κβάι.
ΣΑΜ: Ποιον;
ΠΩΛ: Αυτός είναι! Ο ψυχάκιας!
ΤΖΕΪΝ: Όλες οι γενιές θα φωτίζονται από το θάνατο μου.
ΣΑΜ: Ο ψυχάκιας;
ΠΩΛ: Ο ανώμαλος! Εκεί απέναντι. Το βλέπεις; Εκεί τους καθάρισε και μετά αυτοκτόνησε.
ΣΑΜ: Ο Τσο, αυτός που καθάρισε τους τριαντατρείς;
ΠΩΛ: (στον ΣΑΜ) Δέκα λεπτά νωρίτερα, αν είχα πάει στη πτέρυγα Α, τώρα θα μούφερνες λουλούδια στο τάφο μου.
ΣΑΜ: Α, μπα. Σ’ αυτή τη περίπτωση, δεν θα γνωριζόμασταν καθόλου.
ΠΩΛ: Δεν είναι αστείο.
ΣΑΜ: Καλά.
ΠΩΛ: Δεν ήσουνα εδώ τότε εσύ. Δεν ξέρεις τι ήταν αυτό που έγινε.
ΣΑΜ: Είχα δει το video που έστειλε στη τηλεόραση. Ο κόσμος όλος, δηλαδή. Μετά το μακελειό. Μια μέρα μετά.
ΤΖΕΪΝ: Θα εκδικηθώ χύνοντας τώρα το αίμα των δολοφόνων μου!
ΣΑΜ: Αυτά έλεγε στο video! Ακριβώς αυτά. Το θυμάμαι τώρα… Η Τζέιν όμως…;
ΤΖΕΪΝ: Δολοφόνοι! Μια σφαίρα για τη κάθε γρατζουνιά μου, η πληρωμή σας!
ΠΩΛ: (στη ΤΖΕΪΝ) Παλιομπάσταρδε! Βρωμιάρη. Σκατόφατσα του κερατά.
ΣΑΜ: Τι σ’ έπιασε; Η Τζέιν είναι! Δε ξέρω τι συμβαίνει, αλλά σίγουρα είναι η Τζέιν.
ΠΩΛ: Τον βλέπω στον ύπνο μου, τον μπάσταρδο. Κάθε τρείς και λίγο. Με ματωμένο κεφάλι.
ΣΑΜ: Τον ήξερες! Έτσι δεν είναι;
ΠΩΛ: Του σπάσαμε τη μούρη. Του τη είχαμε στημένη. Βράδυ ήταν, πίσω απ’ το γυμναστήριο. Βγήκε αμέριμνος, ο σκατοκιτρινιάρης, με τη γελοία τη φάτσα του και τον σπάσαμε στο ξύλο. Κλαψούριζε σα σκυλί…
ΣΑΜ: Α, μάλιστα! Με το δίκιο του λοιπόν πάει να σου κόψει τη χολή τώρα! (γελάει)
ΠΩΛ: Άμα τον είχα μπροστά μου τώρα…
ΤΖΕΪΝ: Δολοφόνοι! Το αίμα μου βάφει τα χέρια σας.
ΣΑΜ: Δεν μπορώ να καταλάβω. Εγώ καθόμουν εδώ, με τη κιθάρα, κι έψαχνα μελωδίες. Η Τζέιν καθόταν εκεί που τη βρήκες, ήσυχα κι ωραία, κι έψαχνε στιχάκια. Τώρα που το φέρνω στο μυαλό μου, είχε καρφωμένο το βλέμμα της εκεί απέναντι, κάπως επίμονα…
ΠΩΛ: Η πτέρυγα Α είναι εκεί απέναντι. Σου το είπα.
ΣΑΜ: Μετά ήταν που ξαφνικά τράβηξε την κουκούλα της και σκέπασε το κεφάλι. Λίγο υπερβολικό, αλλά μερικές φορές η Τζέιν, όταν καθόμαστε να γράψουμε το παθαίνει αυτό. Νοιώθει σαν να κρυώνει. Πάντως σίγουρα καθόταν ήσυχα κι αθόρυβα, μέχρι που μπήκες εσύ. Μόλις σε είδε, άρχισε να λέει αυτά που λέει τώρα.
ΤΖΕΪΝ: Αυτή είναι η θυσία, που θα σας φωτίζει στους αιώνες!
ΣΑΜ: Λοιπόν, αυτό είναι! (παύση) Κάτι μου λέει πως η λύση… (παύση) Αυτό είναι! Η κουκούλα!
(Προσεκτικά πλησιάζει τη ΤΖΕΪΝ. Μετά τραβάει την κουκούλα της και της τη βγάζει. Η ΤΖΕΪΝ λιποθυμάει.)
ΣΑΜ: Τζέιν; (στον ΠΩΛ) Πήγαινε να φωνάξεις γιατρό.
ΠΩΛ: Γιατρό; Περίμενε και θα δείς τώρα εσύ, Τσό Κβάι!
(Ο ΠΩΛ τη χαστουκίζει. Η ΤΖΕΪΝ συνέρχεται.)
ΣΑΜ: (στη ΤΖΕΪΝ) Είσαι καλά;
ΤΖΕΪΝ: Γιατί είμαι έτσι, εδώ κάτω;
ΣΑΜ: Μείνε καλύτερα ακίνητη, για λίγο.
ΤΖΕΪΝ: Το μάγουλό μου τσούζει. Και το κεφάλι μου πάει να σπάσει.
ΠΩΛ: (στον ΣΑΜ) Πες της.
ΣΑΜ: Τζέιν. Δε θυμάσαι τίποτα;
ΠΩΛ: Πες της τι έγινε.
ΤΖΕΪΝ: Τι έγινε;

Αναρτήθηκε από: newriters | Ιανουαρίου 23, 2008

To φουλάρι

ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ: ΡΟΝΤΑ 55 ετών, ΡΙΚ 57 ετών, σύζυγος της Ρόντα, ΟΡΒ αγόρι 15 ετών
ΧΩΡΟΣ: Καθιστικό στο σπίτι του Έρικ και της Ρόντα
ΧΡΟΝΟΣ: Το παρόν

Ένας νεαρός άντρας κοιμάται στον καναπέ της ΡΟΝΤΑ και του ΕΡΙΚ. Είναι πρωί, η ΡΟΝΤΑ κι ο ΕΡΙΚ έχουν μόλις ξυπνήσει.
ΡΟΝΤΑ: Ένας άντρας κοιμάται στον καναπέ.
ΕΡΙΚ: Είναι πρωί ακόμα.
ΡΟΝΤΑ: Στον καναπέ μας, κοίτα λίγο στον καναπέ μας. Αν θέλεις.
ΕΡΙΚ: Εκεί είναι ο καναπές. Δεν κουνήθηκε καθόλου απ’ τη θέση του.
ΡΟΝΤΑ: Δε λέω ότι κουνήθηκε, λέω ότι ένας άντρας, άγνωστος, κοιμάται πάνω στον καναπέ μας.
ΕΡΙΚ: Αχά.
ΡΟΝΤΑ: Μήπως θα ήθελες να τον κοιτάξεις;
ΕΡΙΚ: Όχι ιδιαίτερα. Νυστάζω. Δεν έχω κλείσει μάτι. Όλη τη νύχτα άκουγα ένα ελικόπτερο.
ΡΟΝΤΑ: Ο.Κ. Παίρνω τηλέφωνο την αστυνομία.
ΕΡΙΚ: Για ποιο λόγο;
ΡΟΝΤΑ: Σου είπα μόλις.
ΕΡΙΚ: Δεν θα μπορούν να σε βοηθήσουν με τον καναπέ.
ΡΟΝΤΑ: Δε με νοιάζει ο καναπές, αυτός ο άντρας εκεί με νοιάζει.
ΕΡΙΚ: Ποιος άντρας;
ΡΟΝΤΑ: Ένας άντρας βρίσκεται πάνω στον καναπέ μας. Αφού δε θα κάνεις τίποτα γι’ αυτό, τηλεφωνώ στην αστυνομία, αυτό είναι όλο.
ΕΡΙΚ: Δε μπορεί για το παραμικρό να τηλεφωνούμε στην αστυνομία. Στο τέλος δε θα μας δίνουν καμία σημασία.
ΡΟΝΤΑ: Αυτός δεν είναι το παραμικρό. (Ο ΕΡΙΚ βλέπει τον ΟΡΒ.)
ΕΡΙΚ: Μικρός είναι.
ΡΟΝΤΑ: Αχά.
ΕΡΙΚ: Εσύ μου είπες ότι είναι άντρας.
ΡΟΝΤΑ: Έτσι μου φάνηκε.
ΕΡΙΚ: Ούτε γένια δεν έχει βγάλει ακόμα.
ΡΟΝΤΑ: Μπορεί να έχει όπλο.
ΕΡΙΚ: Δεν είναι ούτε δεκατριών χρονών.
ΡΟΝΤΑ: Πολλοί άνθρωποι έχουν όπλο χωρίς να είναι δεκατριών. Συνήθως το κουβαλάνε στο σχολείο και καθαρίζουν όποιον θέλουν.
ΕΡΙΚ: Αυτούς που δε χωνεύουν καθαρίζουν.
ΡΟΝΤΑ: Ενώ εμάς μας συμπαθεί;
ΕΡΙΚ: Γιατί όχι; Αν δε μας συμπαθούσε δε θα ερχόταν να μείνει σε μας.
ΡΟΝΤΑ: Είναι ένας άγνωστος.
ΕΡΙΚ: Μπορώ να τον ψάξω αν επιμένεις.
ΡΟΝΤΑ: Δεν τον καλέσαμε. Δε χτύπησε το κουδούνι. Δεν είναι επισκέπτης, μπήκε κρυφά στο σπίτι τη νύχτα. Ένας άγνωστος μπήκε στο σπίτι μας τη νύχτα, είναι ακόμα εδώ και δεν ήρθε για επίσκεψη.
ΕΡΙΚ: Σε ενοχλεί επειδή ήρθε ακατάλληλη ώρα;
ΡΟΝΤΑ: Πως μπορείς να είσαι τόσο αναίσθητος. (Ο ΕΡΙΚ ψάχνει τον ΟΡΒ και βρίσκει ένα φουλάρι.)
ΕΡΙΚ: Ορίστε, οι τσέπες του είναι άδειες.
ΡΟΝΤΑ: Αυτό που κρατάς τι είναι;
ΕΡΙΚ: Ένα φουλάρι. Μυρίζει γυναικείο άρωμα.
ΡΟΝΤΑ: Για να το δω.
ΕΡΙΚ: Είναι δικό σου;
ΡΟΝΤΑ: Όχι βέβαια.
ΕΡΙΚ: Δεν το έκλεψε λοιπόν.
ΡΟΝΤΑ: Δε θα τον ξυπνήσεις;
ΕΡΙΚ: Γιατί; μια χαρά κοιμάται.
ΡΟΝΤΑ: Εννοείς ότι θα τον αφήσουμε εδώ;
ΕΡΙΚ: Τι σε πειράζει;
ΡΟΝΤΑ: Είπες ότι άκουσες ελικόπτερο χτες βράδυ. Μπορεί να ήταν της αστυνομίας. Λες να είναι καταζητούμενος;
ΕΡΙΚ: Τι καταζητούμενος. Ένα παιδί είναι.
ΡΟΝΤΑ: Ξύπνησέ τον.
ΕΡΙΚ: Τι φοβάσαι, αφού κοιμάται.
ΡΟΝΤΑ: Εμένα μου φαίνεται ότι δεν κοιμάται.
ΕΡΙΚ: Ό,τι και να κάνει, είναι ο γιος του γείτονα.
ΡΟΝΤΑ: …Τον ξέρεις;
ΕΡΙΚ: Νομίζω τον λένε Ορβ.
ΡΟΝΤΑ: Είσαι σίγουρος;
ΕΡΙΚ: Θα το έσκασε από το σπίτι του.
ΡΟΝΤΑ: Γιατί δεν τον ξυπνάμε;
ΕΡΙΚ: Ξύπνα τον εσύ.
ΡΟΝΤΑ: (τον σκουντάει με το δάχτυλο) Ε ξύπνα!
ΕΡΙΚ: Άστον, δεν πρόκειται να ξυπνήσει. Βοηθάς εδώ; (Ο ΕΡΙΚ και η ΡΟΝΤΑ τον δένουν με το φουλάρι.)
ΡΟΝΤΑ: Μήπως έχει ναρκοληψία;
ΕΡΙΚ: Σου είπα, θέλει να μείνει μαζί μας.
ΡΟΝΤΑ: Δε θα τον ψάχνουν οι γονείς του;
ΕΡΙΚ: Μπορεί να έχει τσακωθεί με τον πατέρα του.
ΡΟΝΤΑ: Να μην τους πάρουμε τηλέφωνο; Θα έχουν τρελαθεί από το φόβο τους.
ΕΡΙΚ: Τι μας νοιάζει; Εμάς μας συμπαθεί πιο πολύ.
Η ΡΟΝΤΑ προσπαθεί να ξυπνήσει το νεαρό στον καναπέ. Φέρνει ένα πλαστικό με νερό και τον πιτσιλάει.
ΟΡΒ: Ε!
ΕΡΙΚ: Αν στο είχα κάνει εγώ αυτό θα με σκότωνες. Γιατί τον έδεσες;
ΡΟΝΤΑ: Δική σου ιδέα ήταν. Πως σε λένε εσένα;
ΟΡΒ: Γιατί με έβρεξες;
ΡΟΝΤΑ: Γιατί κάποτε έπρεπε να ξυπνήσεις, δεν μπορώ να ζω με την αγωνία.
ΟΡΒ: Καλά μην ανησυχείς, μια χαρά είμαι.
ΡΟΝΤΑ: Για μένα αγωνιώ.
ΟΡΒ: Γιατί με χτυπάς;
ΕΡΙΚ: Τι έχεις να πεις για δικαιολογία;
ΡΟΝΤΑ: Δεν έχω καμία ανάγκη να δικαιολογηθώ. Η κατάσταση είναι έκτακτη. Στις έκτακτες καταστάσεις απαιτούνται έκτακτα μέτρα.
ΕΡΙΚ: Έτσι κάνει πάντα με το παραμικρό η γυναίκα μου. Μην την παρεξηγείς. Είναι το φυσικό της.
ΟΡΒ: Δένει όποιον έρθει σπίτι σας;
ΡΟΝΤΑ: Είσαι γιος του γείτονα;
ΟΡΒ: Δένει και χτυπάει όποιον έρχεται επίσκεψη;
ΡΟΝΤΑ: Έχεις έρθει επίσκεψη;
ΟΡΒ: ….
ΕΡΙΚ: Όταν ανησυχεί γίνεται υπερβολική. Δείξε κάποια κατανόηση.
ΡΟΝΤΑ: Είσαι γιος του γείτονα;
ΟΡΒ: Δεν έχω γονείς.
ΡΟΝΤΑ: Είσαι ορφανός;
ΕΡΙΚ: Φυσικά και θα έχεις γονείς, δεν μπορεί να μην έχεις.
ΟΡΒ: Έμενα μ’ ένα ζευγάρι, αλλά δεν ήταν οι γονείς μου.
ΡΟΝΤΑ: Τους σκότωσες;
ΟΡΒ: Όχι βέβαια!
ΕΡΙΚ: Σήμερα έμαθες ότι είσαι υιοθετημένος;
ΡΟΝΤΑ: Γι’ αυτό το έσκασες;
ΟΡΒ: Οι πραγματικοί μου γονείς είναι πολύ μακριά από δω.
ΕΡΙΚ: Εντάξει. Θέλεις να τους βρεις;
ΡΟΝΤΑ: Φυσικά και θα θέλει να τους βρει. Θέλεις να πιεις κάτι;
ΟΡΒ: Θέλεις να με λύσεις πρώτα; (Ο ΕΡΙΚ λύνει τον ΟΡΒ.)
ΕΡΙΚ: Δεν τον είχες δέσει καλά.
ΡΟΝΤΑ: Εσύ τον έδεσες. Ποιανού είναι αυτό;
ΟΡΒ: Της μητέρας μου.
ΡΟΝΤΑ: Σίγουρα δεν την σκότωσες;
ΟΡΒ: Θα μπορούσα αν ήθελα.
ΡΟΝΤΑ: Ορίστε. Πάλι τρέμουν τα χέρια μου.
ΕΡΙΚ: Αφού δεν είναι πραγματικοί γονείς σου, γιατί να τους σκοτώσεις;
ΡΟΝΤΑ: Τι σου έκαναν;
ΟΡΒ: Αυτοί που έμενα μαζί τους, δεν είναι άνθρωποι.
ΡΟΝΤΑ: Πόσες φορές το έχω πει; Δεν είναι άνθρωποι αυτοί οι διπλανοί μας, το κάνουν κάθε βράδυ.
ΕΡΙΚ: Γι’ αυτό το έσκασες; Για να μην τους ακούς;
ΟΡΒ: Δε θέλω να ξαναμείνω μαζί τους. Είναι τραυματικό.
ΡΟΝΤΑ: Τους είδες να το κάνουν;
ΟΡΒ: Τους άκουγα κάθε φορά.
ΡΟΝΤΑ: Το ξέρω ότι είναι ενοχλητικό, κι εγώ τους άκουγα καμιά φορά.
ΕΡΙΚ: Αφού πάντα κοιμάσαι σαν πεθαμένη, πότε τους άκουσες;
ΡΟΝΤΑ: Κι εσύ κάθε φορά που ξυπνάς με τρομάζεις, εντάξει;
ΟΡΒ: Για μένα μιλάμε. Εγώ τους άκουγα, εντάξει;
ΡΟΝΤΑ: Τα παιδιά που έχουν ακούσει τους γονείς τους να το κάνουν σημαδεύονται για πάντα.
ΕΡΙΚ: Εσύ που το ξέρεις;
ΡΟΝΤΑ: Ευτυχώς που εμείς δεν κάναμε παιδιά.
ΕΡΙΚ: Γιατί; Τι θα είχαν ν’ ακούσουν; Αφού ποτέ δε μιλάς όταν το κάνουμε.
ΡΟΝΤΑ: Μη μιλάς έτσι μπροστά στο παιδί. Του φτάνει το τραύμα από τους γονείς του.
ΟΡΒ: Δεν είναι γονείς μου! Θέλετε να με πάρετε εσείς για παιδί;
ΕΡΙΚ: (Ο ΕΡΙΚ δένει το φουλάρι στο λαιμό του) Χμμ. Μ’ αρέσει.
ΡΟΝΤΑ: Λες να είναι επικίνδυνο; Λες να μας ακούνε τώρα;
ΕΡΙΚ: Όλα επικίνδυνα τα βλέπεις εσύ.
ΡΟΝΤΑ: Να το σκεφτούμε λίγο; Είχαμε πει ότι δε θα γίνουμε γονείς.
ΕΡΙΚ: Θα μας κρυφακούς και μας;
ΟΡΒ: Μάλλον. Το έχω συνηθίσει.
ΕΡΙΚ: Ελπίζω να μην απογοητευτείς.
Ο ΟΡΒ αγκαλιάζει τον ΕΡΙΚ και την ΡΟΝΤΑ. Ακούγεται το κουδούνι της πόρτας. Μένουν κι οι τρεις ακίνητοι.

Αναρτήθηκε από: newriters | Ιανουαρίου 23, 2008

The jacket

Character: Herb, Age 33 Alcoholic Public Transit Worker.

Herb: (speaking to his wife) I used to think that my biggest problems were with drinking. Why I was out all night or if the next day at work would be my last. But now everywhere I go I’m looking over my shoulder and the walls, and the streets, and the buildings are closing in on me. It’s scary we don’t talk anymore. These cops…these cops are asking me all sorts of questions and I’m getting followed. He won’t stop, with his long black jacket following me all because of what I’ve seen. I wish I could tell you that I got drunk and I don’t remember anything from that night. I wish I could gauge my fucking eyes out so I wasn’t so paranoid, but I can’t . I just can’t. It was real and it’s scaring the shit outta me. Everything about all of this is so fucked up; it’s so suspicious except you. You’re not fucked up, you’re my wife and it’s still another problem. My wish is that you were the one asking me questions or following me so I could get to know my wife who I’ve drank into my memory. I’m just scared that’s all.

Older Posts »

Κατηγορίες