To φουλάρι

Ιανουαρίου 23, 2008

ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ: ΡΟΝΤΑ 55 ετών, ΡΙΚ 57 ετών, σύζυγος της Ρόντα, ΟΡΒ αγόρι 15 ετών
ΧΩΡΟΣ: Καθιστικό στο σπίτι του Έρικ και της Ρόντα
ΧΡΟΝΟΣ: Το παρόν

Ένας νεαρός άντρας κοιμάται στον καναπέ της ΡΟΝΤΑ και του ΕΡΙΚ. Είναι πρωί, η ΡΟΝΤΑ κι ο ΕΡΙΚ έχουν μόλις ξυπνήσει.
ΡΟΝΤΑ: Ένας άντρας κοιμάται στον καναπέ.
ΕΡΙΚ: Είναι πρωί ακόμα.
ΡΟΝΤΑ: Στον καναπέ μας, κοίτα λίγο στον καναπέ μας. Αν θέλεις.
ΕΡΙΚ: Εκεί είναι ο καναπές. Δεν κουνήθηκε καθόλου απ’ τη θέση του.
ΡΟΝΤΑ: Δε λέω ότι κουνήθηκε, λέω ότι ένας άντρας, άγνωστος, κοιμάται πάνω στον καναπέ μας.
ΕΡΙΚ: Αχά.
ΡΟΝΤΑ: Μήπως θα ήθελες να τον κοιτάξεις;
ΕΡΙΚ: Όχι ιδιαίτερα. Νυστάζω. Δεν έχω κλείσει μάτι. Όλη τη νύχτα άκουγα ένα ελικόπτερο.
ΡΟΝΤΑ: Ο.Κ. Παίρνω τηλέφωνο την αστυνομία.
ΕΡΙΚ: Για ποιο λόγο;
ΡΟΝΤΑ: Σου είπα μόλις.
ΕΡΙΚ: Δεν θα μπορούν να σε βοηθήσουν με τον καναπέ.
ΡΟΝΤΑ: Δε με νοιάζει ο καναπές, αυτός ο άντρας εκεί με νοιάζει.
ΕΡΙΚ: Ποιος άντρας;
ΡΟΝΤΑ: Ένας άντρας βρίσκεται πάνω στον καναπέ μας. Αφού δε θα κάνεις τίποτα γι’ αυτό, τηλεφωνώ στην αστυνομία, αυτό είναι όλο.
ΕΡΙΚ: Δε μπορεί για το παραμικρό να τηλεφωνούμε στην αστυνομία. Στο τέλος δε θα μας δίνουν καμία σημασία.
ΡΟΝΤΑ: Αυτός δεν είναι το παραμικρό. (Ο ΕΡΙΚ βλέπει τον ΟΡΒ.)
ΕΡΙΚ: Μικρός είναι.
ΡΟΝΤΑ: Αχά.
ΕΡΙΚ: Εσύ μου είπες ότι είναι άντρας.
ΡΟΝΤΑ: Έτσι μου φάνηκε.
ΕΡΙΚ: Ούτε γένια δεν έχει βγάλει ακόμα.
ΡΟΝΤΑ: Μπορεί να έχει όπλο.
ΕΡΙΚ: Δεν είναι ούτε δεκατριών χρονών.
ΡΟΝΤΑ: Πολλοί άνθρωποι έχουν όπλο χωρίς να είναι δεκατριών. Συνήθως το κουβαλάνε στο σχολείο και καθαρίζουν όποιον θέλουν.
ΕΡΙΚ: Αυτούς που δε χωνεύουν καθαρίζουν.
ΡΟΝΤΑ: Ενώ εμάς μας συμπαθεί;
ΕΡΙΚ: Γιατί όχι; Αν δε μας συμπαθούσε δε θα ερχόταν να μείνει σε μας.
ΡΟΝΤΑ: Είναι ένας άγνωστος.
ΕΡΙΚ: Μπορώ να τον ψάξω αν επιμένεις.
ΡΟΝΤΑ: Δεν τον καλέσαμε. Δε χτύπησε το κουδούνι. Δεν είναι επισκέπτης, μπήκε κρυφά στο σπίτι τη νύχτα. Ένας άγνωστος μπήκε στο σπίτι μας τη νύχτα, είναι ακόμα εδώ και δεν ήρθε για επίσκεψη.
ΕΡΙΚ: Σε ενοχλεί επειδή ήρθε ακατάλληλη ώρα;
ΡΟΝΤΑ: Πως μπορείς να είσαι τόσο αναίσθητος. (Ο ΕΡΙΚ ψάχνει τον ΟΡΒ και βρίσκει ένα φουλάρι.)
ΕΡΙΚ: Ορίστε, οι τσέπες του είναι άδειες.
ΡΟΝΤΑ: Αυτό που κρατάς τι είναι;
ΕΡΙΚ: Ένα φουλάρι. Μυρίζει γυναικείο άρωμα.
ΡΟΝΤΑ: Για να το δω.
ΕΡΙΚ: Είναι δικό σου;
ΡΟΝΤΑ: Όχι βέβαια.
ΕΡΙΚ: Δεν το έκλεψε λοιπόν.
ΡΟΝΤΑ: Δε θα τον ξυπνήσεις;
ΕΡΙΚ: Γιατί; μια χαρά κοιμάται.
ΡΟΝΤΑ: Εννοείς ότι θα τον αφήσουμε εδώ;
ΕΡΙΚ: Τι σε πειράζει;
ΡΟΝΤΑ: Είπες ότι άκουσες ελικόπτερο χτες βράδυ. Μπορεί να ήταν της αστυνομίας. Λες να είναι καταζητούμενος;
ΕΡΙΚ: Τι καταζητούμενος. Ένα παιδί είναι.
ΡΟΝΤΑ: Ξύπνησέ τον.
ΕΡΙΚ: Τι φοβάσαι, αφού κοιμάται.
ΡΟΝΤΑ: Εμένα μου φαίνεται ότι δεν κοιμάται.
ΕΡΙΚ: Ό,τι και να κάνει, είναι ο γιος του γείτονα.
ΡΟΝΤΑ: …Τον ξέρεις;
ΕΡΙΚ: Νομίζω τον λένε Ορβ.
ΡΟΝΤΑ: Είσαι σίγουρος;
ΕΡΙΚ: Θα το έσκασε από το σπίτι του.
ΡΟΝΤΑ: Γιατί δεν τον ξυπνάμε;
ΕΡΙΚ: Ξύπνα τον εσύ.
ΡΟΝΤΑ: (τον σκουντάει με το δάχτυλο) Ε ξύπνα!
ΕΡΙΚ: Άστον, δεν πρόκειται να ξυπνήσει. Βοηθάς εδώ; (Ο ΕΡΙΚ και η ΡΟΝΤΑ τον δένουν με το φουλάρι.)
ΡΟΝΤΑ: Μήπως έχει ναρκοληψία;
ΕΡΙΚ: Σου είπα, θέλει να μείνει μαζί μας.
ΡΟΝΤΑ: Δε θα τον ψάχνουν οι γονείς του;
ΕΡΙΚ: Μπορεί να έχει τσακωθεί με τον πατέρα του.
ΡΟΝΤΑ: Να μην τους πάρουμε τηλέφωνο; Θα έχουν τρελαθεί από το φόβο τους.
ΕΡΙΚ: Τι μας νοιάζει; Εμάς μας συμπαθεί πιο πολύ.
Η ΡΟΝΤΑ προσπαθεί να ξυπνήσει το νεαρό στον καναπέ. Φέρνει ένα πλαστικό με νερό και τον πιτσιλάει.
ΟΡΒ: Ε!
ΕΡΙΚ: Αν στο είχα κάνει εγώ αυτό θα με σκότωνες. Γιατί τον έδεσες;
ΡΟΝΤΑ: Δική σου ιδέα ήταν. Πως σε λένε εσένα;
ΟΡΒ: Γιατί με έβρεξες;
ΡΟΝΤΑ: Γιατί κάποτε έπρεπε να ξυπνήσεις, δεν μπορώ να ζω με την αγωνία.
ΟΡΒ: Καλά μην ανησυχείς, μια χαρά είμαι.
ΡΟΝΤΑ: Για μένα αγωνιώ.
ΟΡΒ: Γιατί με χτυπάς;
ΕΡΙΚ: Τι έχεις να πεις για δικαιολογία;
ΡΟΝΤΑ: Δεν έχω καμία ανάγκη να δικαιολογηθώ. Η κατάσταση είναι έκτακτη. Στις έκτακτες καταστάσεις απαιτούνται έκτακτα μέτρα.
ΕΡΙΚ: Έτσι κάνει πάντα με το παραμικρό η γυναίκα μου. Μην την παρεξηγείς. Είναι το φυσικό της.
ΟΡΒ: Δένει όποιον έρθει σπίτι σας;
ΡΟΝΤΑ: Είσαι γιος του γείτονα;
ΟΡΒ: Δένει και χτυπάει όποιον έρχεται επίσκεψη;
ΡΟΝΤΑ: Έχεις έρθει επίσκεψη;
ΟΡΒ: ….
ΕΡΙΚ: Όταν ανησυχεί γίνεται υπερβολική. Δείξε κάποια κατανόηση.
ΡΟΝΤΑ: Είσαι γιος του γείτονα;
ΟΡΒ: Δεν έχω γονείς.
ΡΟΝΤΑ: Είσαι ορφανός;
ΕΡΙΚ: Φυσικά και θα έχεις γονείς, δεν μπορεί να μην έχεις.
ΟΡΒ: Έμενα μ’ ένα ζευγάρι, αλλά δεν ήταν οι γονείς μου.
ΡΟΝΤΑ: Τους σκότωσες;
ΟΡΒ: Όχι βέβαια!
ΕΡΙΚ: Σήμερα έμαθες ότι είσαι υιοθετημένος;
ΡΟΝΤΑ: Γι’ αυτό το έσκασες;
ΟΡΒ: Οι πραγματικοί μου γονείς είναι πολύ μακριά από δω.
ΕΡΙΚ: Εντάξει. Θέλεις να τους βρεις;
ΡΟΝΤΑ: Φυσικά και θα θέλει να τους βρει. Θέλεις να πιεις κάτι;
ΟΡΒ: Θέλεις να με λύσεις πρώτα; (Ο ΕΡΙΚ λύνει τον ΟΡΒ.)
ΕΡΙΚ: Δεν τον είχες δέσει καλά.
ΡΟΝΤΑ: Εσύ τον έδεσες. Ποιανού είναι αυτό;
ΟΡΒ: Της μητέρας μου.
ΡΟΝΤΑ: Σίγουρα δεν την σκότωσες;
ΟΡΒ: Θα μπορούσα αν ήθελα.
ΡΟΝΤΑ: Ορίστε. Πάλι τρέμουν τα χέρια μου.
ΕΡΙΚ: Αφού δεν είναι πραγματικοί γονείς σου, γιατί να τους σκοτώσεις;
ΡΟΝΤΑ: Τι σου έκαναν;
ΟΡΒ: Αυτοί που έμενα μαζί τους, δεν είναι άνθρωποι.
ΡΟΝΤΑ: Πόσες φορές το έχω πει; Δεν είναι άνθρωποι αυτοί οι διπλανοί μας, το κάνουν κάθε βράδυ.
ΕΡΙΚ: Γι’ αυτό το έσκασες; Για να μην τους ακούς;
ΟΡΒ: Δε θέλω να ξαναμείνω μαζί τους. Είναι τραυματικό.
ΡΟΝΤΑ: Τους είδες να το κάνουν;
ΟΡΒ: Τους άκουγα κάθε φορά.
ΡΟΝΤΑ: Το ξέρω ότι είναι ενοχλητικό, κι εγώ τους άκουγα καμιά φορά.
ΕΡΙΚ: Αφού πάντα κοιμάσαι σαν πεθαμένη, πότε τους άκουσες;
ΡΟΝΤΑ: Κι εσύ κάθε φορά που ξυπνάς με τρομάζεις, εντάξει;
ΟΡΒ: Για μένα μιλάμε. Εγώ τους άκουγα, εντάξει;
ΡΟΝΤΑ: Τα παιδιά που έχουν ακούσει τους γονείς τους να το κάνουν σημαδεύονται για πάντα.
ΕΡΙΚ: Εσύ που το ξέρεις;
ΡΟΝΤΑ: Ευτυχώς που εμείς δεν κάναμε παιδιά.
ΕΡΙΚ: Γιατί; Τι θα είχαν ν’ ακούσουν; Αφού ποτέ δε μιλάς όταν το κάνουμε.
ΡΟΝΤΑ: Μη μιλάς έτσι μπροστά στο παιδί. Του φτάνει το τραύμα από τους γονείς του.
ΟΡΒ: Δεν είναι γονείς μου! Θέλετε να με πάρετε εσείς για παιδί;
ΕΡΙΚ: (Ο ΕΡΙΚ δένει το φουλάρι στο λαιμό του) Χμμ. Μ’ αρέσει.
ΡΟΝΤΑ: Λες να είναι επικίνδυνο; Λες να μας ακούνε τώρα;
ΕΡΙΚ: Όλα επικίνδυνα τα βλέπεις εσύ.
ΡΟΝΤΑ: Να το σκεφτούμε λίγο; Είχαμε πει ότι δε θα γίνουμε γονείς.
ΕΡΙΚ: Θα μας κρυφακούς και μας;
ΟΡΒ: Μάλλον. Το έχω συνηθίσει.
ΕΡΙΚ: Ελπίζω να μην απογοητευτείς.
Ο ΟΡΒ αγκαλιάζει τον ΕΡΙΚ και την ΡΟΝΤΑ. Ακούγεται το κουδούνι της πόρτας. Μένουν κι οι τρεις ακίνητοι.