Το τζάκετ

Οκτώβριος 22, 2007

Πρόσωπα του έργου: Ανν, Μάικ, Κιμ, Κλερ

ΕΙΚΟΝΑ 1η

Παραλία. Βράδυ. Στο βάθος διακρίνεται μία σκηνή.

Ανν: Γιατί είσαι τόσο ντροπαλός;
Μάικ: Καμάκι του κάνεις; Αφού βλέπεις ότι είναι στο κόσμο του.
Ανν: Σταμάτα εσύ!
Μάικ: Καλά θα ασχοληθώ με την κιθάρα μου. Μη στη χαλάσω κιόλας.
(πηγαίνει προς την σκηνή)
Ανν: Μη τον ακούς. Πάντα έτσι κάνει. Δεν καταλαβαίνει ότι κάποιος μπορεί να είναι διαφορετικός. (παύση) Όμως αλήθεια, είσαι πολύ σιωπηλός.
Κιμ: Δεν έχω κάτι να πω.
Ανν: Σ’ αρέσει εδώ;
Κιμ: Όχι και τόσο.
Ανν: Γιατί; Είναι πολύ όμορφα.
Κιμ: Με τρομάζει το σκοτάδι… η νύχτα μ’ αρέσει μόνο όταν έχει πανσέληνο.
Ανν: Θα μπορούσαμε ν’ ανάψουμε φωτιά.
Κιμ: (αντιδρώντας κάπως βίαια) Όχι… όχι… μη… δεν… Θέλω να περπατήσω λίγο.
(φεύγει απ’ την παραλία)
Ανν: Δεν καταλαβαίνω. Τι έπαθε ξαφνικά;
(έρχεται ο Μάικ με την κιθάρα του)
Μάικ: Τι έγινε; Μόνη σου είσαι; Που πήγε αυτός;
Ανν: Κιμ τον λένε.
Μάικ: Καλά δεν στον θίξαμε κιόλας.
Ανν: Ζηλεύεις;
Μάικ: Τι να ζηλέψω μωρέ; Τον ψυχάκια.
Ανν: Μερικές φορές γίνεσαι κακός. Επειδή είναι ντροπαλός και δε μιλάει πολύ, θα τον βγάλουμε κι άρρωστο τώρα;
Μάικ: Εμένα πάντως δε μ’ αρέσει καθόλου. Όλο αινίγματα είναι. Πετάει μια μαλακία και τη κάνει. Έτσι για να δημιουργήσει μυστήριο. Αλλά εσείς οι γυναίκες είστε ηλίθιες. Τσιμπάτε με κάτι τέτοια.
Ανν: Κοίτα, δεν έχω όρεξη να τσακωθώ τώρα. Παράτα με!
Μάικ: Δε μου λες; Εμένα γιατί με κουβάλησες εδώ; Για να παριστάνω το μαλάκα. Μια χαρά τα πάτε οι δυο σας.
Ανν: Το ξέρεις ότι δε συμβαίνει τίποτα. Αλλά αν συνεχίσεις…
(σηκώνεται και την πλησιάζει απειλητικά)
Μάικ: Ναι… αν συνεχίσω τι θα κάνεις… μμμ… θα με κάνεις ντα;…
(η Ανν σηκώνεται για να φύγει. Ο Μάικ την τραβάει απ’ το χέρι)
Μάικ: Κάτσε κάτω. Δε τελειώσαμε.
Ανν: Με πονάς!
(εμφανίζεται ο Κιμ)
Κιμ: Άφησέ την κάτω!
Μάικ: Μην ανακατεύεσαι. Αυτό αφορά εμάς. Τη βόλτα σου εσύ.
Κιμ: Είπα άφησέ την κάτω. Τώρα!
Μάικ: (γελώντας) Κοίτα ρε που μας βγήκε και τσαμπουκάς.
Κιμ: (σχεδόν ψιθυριστά) Δε θα το ξαναπώ.
(αρπάζει την κιθάρα και πριν προλάβει να αντιδράσει ο Μάικ, τον χτυπάει με δύναμη στο κεφάλι. Η Ανν ουρλιάζει, τη πλησιάζει και της κλείνει το στόμα)
Κιμ: Σώπα τώρα. Όλα τέλειωσαν. Δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα. Δε μπορεί πια να σου κάνει κακό. Το κακό έφυγε. Και για να σιγουρευτούμε…
(Σηκώνεται, παίρνει το τζάκετ του, καλύπτει με αυτό το πρόσωπό του Μάικ, βγάζει ένα όπλο απ’ την τσέπη του, και τον πυροβολεί στο κεφάλι, γελώντας άγρια).
«Έλα ρε πες τώρα κάτι αν σου βαστάει. Δείξε πόσο άντρας είσαι. Σκουλήκι».
(Η Ανν έχει κουλουριαστεί σε μια γωνιά και δε μιλάει καθόλου. Την πλησιάζει…)
Κιμ: Από δω και πέρα θα είμαι εγώ δίπλα σου. Έγινα κατανοητός;
(Η Ανν γνέφει ναι).

Σκοτάδι

ΕΙΚΟΝΑ 2η

Καφέ. Μια μέρα πριν. Απόγευμα.

Κλερ: Θα τον καλέσεις;
Ανν: Δε ξέρω. Δεν τον πολυσυμπαθεί ο Μάικ. Βέβαια εγώ δε συμφωνώ. Φαίνεται πολύ καλό παιδί.
Κλερ: Έλα σε παρακαλώ. Κάν’ το για μένα. Είναι ευκαιρία τώρα να γνωριστούμε.
Ανν: Γιατί δεν του προτείνεις να πάτε κάπου οι δυο σας;
Κλερ: Δε… δε ξέρω. Κομπλάρω. Είναι λίγο περίεργος. Δεν αισθάνομαι άνετα μαζί του.
Ανν: Πραγματικά δε σε καταλαβαίνω. Μου θυμίζεις το Μάικ. Τι σ’ αρέσει τότε σ’ αυτόν;
Κλερ: Το κορμί του ίσως; Μη μου πεις ότι δεν το ’χεις προσέξει.
Ανν: Εντάξει… αλλά…
Κλερ: Τι εντάξει μωρέ; Θεϊκό είναι. Αν ήταν και λίγο πιο… πως να το πω τώρα… μη θυμώσεις.
Ανν: Πέσ’ το.
Κλερ: Ισορροπημένος ίσως;
Ανν: Διαφορετικός καλύτερα; Εγώ προσωπικά τον βρίσκω πολύ ψαγμένο. Κι είναι κι απίστευτα ευγενικός. Και να σου πω τη γνώμη μου; Δεν έχετε καμία σχέση.
Κλερ: Ενώ μ’ εσένα!
Ανν: Τι θες να πεις;
Κλερ: Έλα μυρίζει από μακριά. Τόσο καιρό σου λέω να μου τον γνωρίσεις και κάνεις τη πάπια. Γιατί άραγε;
Ανν: Κοίτα, το ότι τον συμπαθώ δε σημαίνει ότι τρέχει και κάτι.
Κλερ: Ωραία. Εγώ δε φεύγω από δω αν δεν κανονίσεις να πάμε εκδρομή όλοι μαζί.
Ανν: Δεν είναι κι εύκολο.
Κλερ: Παρ’ τον τηλέφωνο τώρα, και πέσ’ του να ‘ρθει στο καφέ. Τώρα!
(μπαίνει ο Κιμ)
Μη διανοηθείς να μην τον καλέσεις στο τραπέζι μας!
(ο Κιμ κοιτάζει προς το μέρος τους. Του κάνει νόημα η Ανν)
Ανν: Γεια σου Κιμ. Τι κάνεις; Κάθισε να πιεις καφέ μαζί μας. Από δω η φίλη μου η Κλερ.
Κιμ: Χάρηκα (γυρίζοντας στην Ανν). Είσαι πολύ όμορφη σήμερα.
Ανν: (αμήχανα) Σ’ ευχαριστώ. Ξέρεις κάτι Κιμ. Σκεφτόμαστε με το Μάικ και την Κλερ αύριο που δεν έχουμε μάθημα να πάμε μια εκδρομή. Θες να ‘ρθεις μαζί μας;
Κιμ: Ναι.
Ανν: Ωραία. Θα περάσουμε να σε πάρουμε κατά τις 6 το πρωί, και μετά θα έρθουμε από σένα Κλερ.
Κλερ: Ου βάρβαρη ώρα. Δε το κάνουμε λίγο αργότερα; (σκύβοντας προς τον Κιμ) Δε συμφωνείς κι εσύ Κιμ;
Κιμ: Μ’ αρέσει το ξημέρωμα. Φαίνονται όλα πιο καθαρά. Θα σας περιμένω στο δρόμο.
Ανν: Δε χρειάζεται. Θα σου σφυρίξουμε.
Κιμ: Όχι έτσι κι αλλιώς κάθε μέρα βγαίνω απ’ το σπίτι για να βλέπω την ανατολή.
Κλερ: Συγνώμη αυτό το κάνεις κάθε μέρα;
Κιμ: Τώρα με συγχωρείτε… πρέπει να φύγω.
Ανν: Εντάξει θα τα πούμε το πρωί.
(ο Κιμ βγαίνει απ’ την σκηνή)
Κλερ: Να σου πω, άλλαξα γνώμη. Δε λέω καλό το κορμί αλλά… από μόνο του…
Ανν: Μια χαρά είναι. Εντάξει είναι λίγο… περισσότερο ευαίσθητος απ’ ότι θα ‘πρεπε.
Κλερ: Ναι μήπως είναι περισσότερο μαλάκας απ’ ότι… θα ‘πρεπε;
Ανν: Κλερ!
Κλερ: Τι Κλερ μωρέ. Αυτός την έχει δει για τα καλά. Κι όσο για το αυριανό, καλύτερα να πάτε οι τρεις σας. Θα’ χει περισσότερο ενδιαφέρον.
Ανν: Τι, δε θα ‘ρθεις;
Κλερ: Για να δω την ανατολή; Άσε καλύτερα…

Σκοτάδι

Το μπαλούν

Οκτώβριος 22, 2007

Πρόσωπα του έργου: Γυναίκα, Άντρας

ΣΚΗΝΗ 1η

Πάρκο, μεσημέρι. Ένας άντρας αρκετά όμορφος κάθεται σ’ ένα παγκάκι. Είναι ντυμένος με πολύχρωμα κουρέλια. Μια γυναίκα περιφέρεται στο πάρκο ντυμένη περίεργα. Για φούστα φοράει ένα τεράστιο μπαλούν. Μόλις βλέπει τον άντρα πηγαίνει και κάθεται δίπλα του.

Γυναίκα: Μερικές φορές νομίζω ότι το φως λιγοστεύει.
Άντρας: Pardon?
Γυναίκα: (τον κοιτάζει περίεργα) Εδώ κοιμάστε;
Άντρας: Exactement.
Γυναίκα: Δε μιλάτε ελληνικά. Κρίμα, και νοιώθω τόσο ανάγκη σήμερα να μιλήσω σε κάποιον. Ακόμη και σε σας. Ξέρετε η σημερινή μέρα είναι πολύ σημαντική για μένα. Σήμερα άρχισα να συνειδητοποιώ… ότι… (τον κοιτάζει έντονα). Ίσως είναι καλύτερα που δεν καταλαβαίνεις.
Άντρας: Vous avez raison.
Γυναίκα: Κάτω από άλλες συνθήκες θα μπορούσες να μ’ αρέσεις κιόλας, αν δε φόραγες βέβαια αυτά τα άθλια ρούχα. Αλλά τι το συζητάω. Αφού εγώ πια τι… δεν…
(Σηκώνεται για μια στιγμή πάνω και έπειτα κάθεται πάλι απότομα)
Νοιώθω τόσο άσχημη. Να φανταστείς έσπασα όλους τους καθρέπτες στο σπίτι. Αδύνατον να κοιταχτώ πια. (ξαφνικά του βάζει τις φωνές). Τι με κοιτάς σαν ηλίθιος; Δεν έχεις δει ποτέ… (παύση)… μισή γυναίκα;
Άντρας: ll va sans dire!
Γυναίκα: Περίεργο δεν είναι; Ζούμε σα να μη πρόκειται να πεθάνουμε ποτέ. Κι όλα τα στραβά κι ανάποδα συμβαίνουν πάντα στους άλλους. Να πάρε εμένα τώρα. Σε άλλη περίπτωση δε θα καταδεχόμουν να σου μιλήσω. Αλλά ξέρεις τι θα πει να είσαι και να μην είσαι γυναίκα. Να χάνεις ότι πιο πολύτιμο… το πιο θηλυκό στοιχείο…
Άντρας: (τη διακόπτει) Μήπως το πρόβλημα είναι στο μυαλό σου;
Γυναίκα: (ξαφνιάζεται) Καλά τόση ώρα υποκρίνεσαι ότι δεν με καταλαβαίνεις;
Άντρας: Δεν είχα τέτοια πρόθεση. Πίστεψέ με.
Γυναίκα: Αφού δεν μου μιλάς.
Άντρας: Σου μιλάω, απλά σ’ άλλη γλώσσα. Τι φταίω εγώ αν δεν τη γνωρίζεις.
Γυναίκα: Δεν το είχα σκεφτεί έτσι (όλη αυτή την ώρα την κοιτάζει περίεργα)
Άντρας: Τι φοράς;
Γυναίκα: Να μη σε νοιάζει. Να κοιτάς τα δικά σου χάλια.
Άντρας: Εγώ τα δικά μου αν θες τα βγάζω.
Γυναίκα: Να μου λείπει.
Άντρας: Ε όχι, προηγουμένως είπες ότι σ’ αρέσω.
Γυναίκα: Μην αλλάζεις το χρόνο. Είπα ότι θα μπορούσες, αλλά…
Άντρας: Αλλά το πρόβλημα είναι τα ρούχα και… το μυαλό σου.
(παύση)
(μετά από λίγο)
Άντρας: Είσαι πολύ όμορφη.
Γυναίκα: Κι εσύ είσαι πολύ όμορφος.
Άντρας: Γιατί είσαι ντυμένη έτσι;
Γυναίκα: Εσύ γιατί φοράς κουρέλια;
Άντρας: Μ’ αρέσουν τα χρώματα.
Γυναίκα: Εμένα πάλι μ’ αρέσει αυτό που φοράω, γιατί όταν περπατάω αρχίζει να φουσκώνει, φουσκώνει τόσο που νομίζω ότι θα πετάξω. Μ’ αρέσει αυτή η αίσθηση. Με μεθάει. Μα πιο πολύ απ’ όλα ξέρεις τι μ’ αρέσει να κάνω;
Άντρας: Δε θέλω να ξέρω.
Γυναίκα: Γιατί;
Άντρας: Έτσι!
Γυναίκα: Ναι, αλλά εγώ θέλω να σου πω.
Άντρας: Επιμένεις;
Γυναίκα: Ναι.
Άντρας: Υποχωρώ.
Γυναίκα: Μ’ αρέσει να φουσκώνω πάρα πολλά μπαλόνια και να τα δένω στη μέση μου. Το’ χω κάνει πολλές φορές. Μετά ανεβαίνω στο παράθυρο και προσπαθώ να πετάξω. Μάλιστα μια φορά τα κατάφερα κιόλας, για πολύ λίγο. Μετά έπεσα. Και τότε συνειδητοποίησα ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε καρφωμένοι στη γη.
Άντρας: Εμένα μ’ αρέσει αυτό.
Γυναίκα: Παράξενος είσαι. Αυτό δεν είναι καθόλου φυσιολογικό.
Άντρας: Εμένα μ’ αρέσει να κοιτάζω στη γη. Μ’ αρέσει να μένω με τις ώρες ξαπλωμένος μπρούμυτα και να σκαλίζω το χώμα. Ξέρεις πόσα πράγματα έχω βρει. Πολύχρωμες πέτρες, κοχύλια και άλλα που δεν μπορείς να φανταστείς.
(παύση)
(μετά από λίγο)
Γυναίκα: Νομίζω ότι δε μ’ αρέσεις καθόλου.
Άντρας: Ούτε εμένα.
Γυναίκα: Είσαι γελοίος μ’ αυτά που φοράς.
Άντρας: Εσύ είσαι πολύ αστεία.
Γυναίκα: Δε θα ήθελα να ξυπνάω και να σε βλέπω δίπλα μου.
Άντρας: Δε θα ήθελα να ξυπνάς και να είμαι δίπλα σου.
Γυναίκα: Άρα συμφωνούμε.
Άντρας: Ίσως για πρώτη φορά.
Γυναίκα: Οπότε μπορούμε να είμαστε μαζί.
Άντρας: Exactement!

Σκοτάδι

Η κάλτσα

Οκτώβριος 22, 2007

Πρόσωπα του έργου: Άντρας (30 χρόνων), Γυναίκα (65 χρόνων)

ΕΙΚΟΝΑ 1η

Αυλή σπιτιού. Ο άντρας προσπαθεί να αγκαλιάσει τη γυναίκα, η οποία αντιστέκεται, και στο τέλος τον σπρώχνει με δύναμη μακριά της.
Γυναίκα: Άσε με παιδάκι μου. Δεν είμαι εγώ. Πως σου’ ρθε; Άλλο και τούτο!
(ο άντρας φανερά θλιμμένος)
Άντρας: Καλά, έλεγα μήπως…
Γυναίκα: Να μη λες.
Άντρας: Σίγουρα δεν είσαι εσύ;
Γυναίκα: Είπαμε, όχι. Αυτό μου έλειπε. Άντε πήγαινε τώρα. Α, κι όταν ξανάρθεις θέλω να μου φέρεις μεγάλες σακούλες σκουπιδιών.
Άντρας: Τι να τις κάνεις;
Γυναίκα: Θέλω να πετάξω κάτι άχρηστα που έχω στην αποθήκη.
Άντρας: Θες να σε βοηθήσω;
Γυναίκα: Όχι καθόλου.
Άντρας: Γιατί; Θα μπορέσεις να τα σηκώσεις μόνη σου;
Γυναίκα: Δε μ’ αρέσουν τα μούτρα σου.
Άντρας: Τι έχουν τα μούτρα μου;
Γυναίκα: Μπορείς να φύγεις τώρα; Μου πιάνεις το χώρο.
Άντρας: Είσαι πολύ κακιά.
Γυναίκα: Να σου πω, τέλειωνε. Και μη ξεχάσεις αυτά που σου είπα.
Άντρας: Δεν πρόκειται να σου φέρω τίποτα, γιατί είσαι… είσαι… δε θα μ’ αναγκάσεις να το πω. Όχι… εγώ έχω τρόπους.
Γυναίκα: Να πας να γαμηθείς ηλίθιε!
Άντρας: Κωλόγρια. Ξεμωραμένη. Ορίστε… το’ πα!
Γυναίκα: Τώρα θα σου δείξω εγώ. (τρέχει στο σπίτι, παίρνει ένα όπλο και τον πυροβολεί). Αχ το ευχαριστήθηκα!
(μιλώντας στον εαυτό της)
… βέβαια το πρόβλημα είναι τι θα τον κάνω. Μήπως να τον έθαβα στον κήπο; Τώρα που το σκέφτομαι θα μπορούσε να γίνει και τροφή για το γάτο. Έχω ακούσει ότι το ανθρώπινο κρέας είναι αρκετά θρεπτικό για τα γατιά.
(ακούγεται ένας θόρυβος από το σημείο που βρίσκεται ξαπλωμένος ο άντρας)
Τι βλέπω εκεί. Σαλεύει; Για να δω. (τον σκουντάει με το πόδι)
Άντρας: Ναι… τι… που είμαι;
Γυναίκα: Στον παράδεισο (στον εαυτό της) Μάλλον έπρεπε να χρησιμοποιήσω το φτυάρι.
Άντρας: Το αριστερό μου πόδι έχει πρόβλημα.
Γυναίκα: Πολύ χαίρομαι που δεν έπαθες τίποτα.
Άντρας: Πονάει το κεφάλι μου, τα χέρια μου και νοιώθω ένα γουργούρισμα στο στομάχι…
Γυναίκα: Να σου φτιάξω κάτι να φας;
Άντρας: Τι καλή που είσαι. Και όμορφη!!
Γυναίκα: Ναι… Τι προτιμάς κρέας ή λαχανικά;
Άντρας: Κρέας.
Γυναίκα: (παίρνει ένα τσεκούρι και του κόβει το αριστερό πόδι) Ωραία, δε θ’ αργήσω.
Άντρας: Μην αργήσεις. Πεινάω πολύ.
Γυναίκα: Κάνε λίγο υπομονή. Θα το βάλω στη χύτρα.
Άντρας: Βάλ’ το κι έλα λίγο. Θέλω να σε βλέπω.
Γυναίκα: Έλα εσύ.
Άντρας: Εγώ δεν μπορώ. Έχεις το πόδι μου.
Γυναίκα: Χρησιμοποίησε το άλλο.
Άντρας: Το άλλο δεν κουνιέται. Μου πήρες το καλό.
Γυναίκα: Αχ συγνώμη έκανα λάθος. (παίρνει το τσεκούρι και του κόβει και το άλλο πόδι)
Άντρας: Σ’ ευχαριστώ. Έτσι κι αλλιώς δεν το χρειαζόμουν.
(μετά από λίγο, στην κουζίνα, ενώ τρώνε τη σούπα. Στα πόδια της γυναίκας τρίβεται μια αφύσικα τεράστια γάτα. Είναι μαύρη, και έχει μια μακριά κατακόκκινη ουρά.)
Γυναίκα: Και πως σου ήρθε μετά από 30 χρόνια να ψάξεις για τη μάνα σου;
Άντρας: Ε τώρα το έμαθα.
Γυναίκα: Ότι έχεις μάνα;
Άντρας: Ναι.
Γυναίκα: Πολύ ενδιαφέρον. (στον εαυτό της) Απ’ το κεφάλι έπρεπε ν’ αρχίσω.
Άντρας: Τι είπες;
Γυναίκα: Δεν έχει σημασία. Και να σου εξηγήσω… (Σκύβει και χαϊδεύει το γάτο που νιαουρίζει στα πόδια της). Τι είναι Φλιπάκο; Δεν σου αρέσει το ποδαράκι. Ξέρω εσύ προτιμάς τις κοιλίτσες. Αύριο… αύριο… τώρα θα βαρυστομαχιάσεις…
Άντρας: Θα με βοηθήσεις να τη βρω;
Γυναίκα: Τρώγε και σκάσε τώρα.
Άντρας: Θα με βοηθήσεις;
Γυναίκα: Άντε πάλι. Πως θα γίνει αυτό; Αφού δεν έχεις καθόλου στοιχ…
(ο άντρας βγάζει μια κραυγή)
Άντρας: Τι είναι αυτό; Μια κάλτσα μεσ’ τη σούπα.
Γυναίκα: Για να δω. Γι’ αυτό δεν κοβόταν σ’ αυτό το σημείο.
Άντρας: Έβρασες την κάλτσα μου;
Γυναίκα: Όπως φαίνεται…
Άντρας: Μα την κάλτσα μου;
Γυναίκα: Πως κάνεις έτσι;
Άντρας: Ήταν το μόνο πράγμα που είχα απ’ τη μάνα μου.
Γυναίκα: Δεν έλιωσε τελείως. Κοίτα!
Άντρας: Ναι αλλά χάλασε η πλέξη. Και… ήταν το μόνο στοιχείο που…
Γυναίκα: Καλά είσαι ηλίθιος;
Άντρας: Έτσι ε; Τώρα θα σε φτιάξω εγώ.
(τη βουτάει απ’ τα μαλλιά και την πνίγει στη σούπα)
Ο γάτος πλησιάζει απειλητικά…

Σκοτάδι

Το παλτό

Οκτώβριος 22, 2007

Πρόσωπα του έργου: άντρας (γύρω στα 40)

Ένας άντρας μιλάει σε έναν φανταστικό ομιλητή.

Άντρας: Φεύγω… Ε!… δηλαδή ναι. Σκέφτομαι να φύγω. Τώρα. Μετά, δεν ξέρω. Μπορεί και να μη μπορώ. Δεν είναι δύσκολο. Κάνεις ένα βήμα, μετά δύο, μετά…(παύση)… και… ναι… ίσως και να μη χρειάζεται. Στο κάτω κάτω εδώ μπορεί να’ ναι και καλύτερα.
Το τέλειο άλλοθι. Αυτά λένε όσοι νομίζουν ότι ζουν… ακόμη…
(παύση)
Τη μάνα μου δεν τη συμπάθησα ποτέ. Δηλαδή, όχι και ποτέ. Τώρα… μπορεί και να τη συμπαθώ. Ήταν όμως η ρουφιάνα… σκύλα… ναι, όπως τα λες.
Το δικό της, μια ζωή το δικό της. Εμείς;… σαν να μην υπήρχαμε.
Και σάμπως υπήρχαμε. Εγώ άρχισα να μιλάω στα δεκαοχτώ. Δηλαδή, μίλαγα, αλλά από μέσα μου. Ε… ναι στο σπίτι. Στο σχολείο, μια χαρά. Δηλαδή, έτσι νόμιζα.
Μέχρι που ο φίλος μου ο Μιχάλης μου λέει μια μέρα: «Ρε Λευτέρη μας έχεις πρήξει τ’ αρχίδια. Έλεος πια. Άσε και κανέναν άλλον να μιλήσει. Αμάν!».
Αμάν; Αυτό ήταν. Σταμάτησα να μιλάω κι εκεί.
(Σχεδόν ψιθυριστά) Μόνο από μέσα μου. Παντού. Στο σπίτι, στο σχολείο, αργότερα στη δουλειά. Από μέσα μου. Έτσι, για να μην ενοχλώ κανέναν.
Το στόμα το χρησιμοποιούσα μόνο για να τρώω και ν’ αναπνέω.
(παύση)
Στην αρχή είναι δύσκολο. Μετά συνηθίζεις. Έρχεται μόνο του. Ανοίγεις το στόμα και δε βγαίνει τίποτα. Άχνα!! Κάποιες φορές δεν ακούς ούτε την αναπνοή σου. Παλιά τρόμαζα. Τώρα ξέρω!!
(παύση)
Ούτε κι εγώ κατάλαβα πως έγιναν όλα. Κυριακή ήταν νομίζω. Περπατούσα στο δρόμο, κάποιος με πλησιάζει ζητώντας μου φωτιά. «Δεν έχω», του λέω. Μου γυρίζει την πλάτη. Φεύγοντας τον ακούω να λέει «άντε ρε ηλίθιε!». Δε λέω τίποτα, το καταπίνω.
Πιο κάτω ένα παιδί κλαίει, μια γυναίκα τσακώνεται με κάποιον, αυτός ετοιμάζεται να τη χτυπήσει, μπαίνω μπροστά της, κι ακούω τη γυναίκα να ουρλιάζει στ’ αυτιά μου «φύγε απ’ τη μέση ρε ηλίθιε!».
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή νοιώθω ένα ανακάτεμα στο στομάχι. Πρώτη φορά.
Φτάνω σπίτι μου. Η πόρτα ανοιχτή. Να δεις που η μάνα μου πέρασε από δω. Πρέπει ν’ αλλάξω πάλι κλειδαριά. Την αλλάζω σχεδόν κάθε μέρα. Έτσι για να είμαι σίγουρος. Όλα ανακατωμένα… το χειρότερο απ’ όλα;… το παλτό… εξαφανισμένο…
(παύση)
Ξαφνικά το μυαλό μου κόλλησε. Ένοιωσα σα να ήμουν πάλι παιδί, χωμένο σ’ εκείνη τη σοφίτα, γεμάτη με παλιά ρούχα που δεν τα χρησιμοποιούσε κανένας. Εμένα μ’ άρεσε να τα ψάχνω όλα αυτά. Εκεί μέσα ήταν το καταφύγιό μου. Το μόνο μέρος που δεν έμπαινε η μάνα μου. Σιχαινότανε!!
Τρύπωνα κρυφά και σκάλιζα τα πάντα. Και ξέρεις κάτι;… εκεί μέσα μίλαγα… κι ακουγόμουν. Κάποιες φορές μάλιστα, σκεπαζόμουν με το παλτό του πατέρα μου, και… ούρλιαζα…
Μάλλον θα πρέπει να είχε καλή μόνωση. Δε μ’ ενόχλησε ποτέ κανένας.
(παύση)
Κάνεις ένα βήμα, μετά δύο. Δεν είμαι σίγουρος με πόσα δραπετεύεις… και εάν;… Μερικές φορές νομίζω ότι τα πόδια μου έχουν ρίζες…
(παύση)
Βγαίνω απ’ το σπίτι. Δεν αντέχω την παρουσία της εκεί μέσα. Στους τοίχους, στα έπιπλα… παντού…
Περπατάω μόνος μου, εντελώς αφηρημένος. Ένα αυτοκίνητο πέφτει πάνω μου. Βρίσκομαι ακίνητος στο δρόμο. Γύρω μου πολλά άτομα. Για δευτερόλεπτα νομίζω ότι είμαι νεκρός, μέχρι που ακούω κάποιον να λέει. «Αυτός ο ηλίθιος φταίει. Πέρασε με κόκκινο!». Θόλωσε το μυαλό μου, γύρισε το μάτι μου ανάποδα. Πετάγομαι πάνω και τον αρπάζω απ’ το λαιμό.
Η τελευταία εικόνα που θυμάμαι είναι… εμένα πάνω σ’ αυτόν να του χτυπάω το κεφάλι με λύσσα στο πεζοδρόμιο, οι άλλοι να με τραβάνε, κι ένας καταιγισμός από ακατανόητα λόγια….
«Στο διάολο όλοι. Ό,τι και να κάνετε εγώ θα μιλάω. Τ’ ακούτε ρε!! Μάνα μ’ ακούς; Ποιον είπες ηλίθιο ρε; Γαμημένο αρχίδι. Εγώ φταίω μωρή καριόλα. Έπρεπε να σ’ αφήσω να σε ξεσκίσει ο άλλος. Θα σου ξεριζώσω το λαρύγγι και θα στο δώσω να το φας».
(παύση)
Μετά λιποθύμησα. Ξύπνησα σ’ ένα λευκό δωμάτιο. Μπροστά απ’ το κρεβάτι μου κρεμόταν μια καρτέλα με την ένδειξη ΕΛΕΓΧΟΣ ΘΥΜΟΥ.
Ε αυτό ήταν, καταλαβαίνεις τώρα. Από κείνη τη μέρα αφήνιασα. Δεν άφηνα κανέναν σε ησυχία. Έβριζα συνεχώς, χωρίς λόγο, και το βράδυ… ούρλιαζα.
Τέτοια ευχαρίστηση δεν είχα νοιώσει ποτέ στη ζωή μου. Επιτέλους για πρώτη φορά ένοιωθα ευτυχισμένος. Μίλαγα κι άκουγα τη φωνή μου.
Εντάξει, με είχαν φορτώσει με ένα σωρό χάπια, αλλά ποιος τα’ παιρνε. Τα’ φτυνα κρυφά.
Τι λέτε ρε μουνόπανα, έφαγα όλη μου τη ζωή για να μάθω να μιλάω κι εσείς θέλετε να με μετατρέψετε σε φυτό. Χα!!
(μεγάλη παύση)
Μια μέρα μπήκαν μεσ’ το δωμάτιό μου τρία άτομα. Ούτε που θυμάμαι τα πρόσωπά τους. Νομίζω ότι δεν είχαν μάτια και τους είχαν κόψει και τη γλώσσα. Δεν είπαν τίποτα. Με μετέφεραν σ’ ένα άδειο δωμάτιο, χωρίς παράθυρο. Με κλείδωσαν εκεί.
Μεσ’ το σκοτάδι κόλλησε πάλι το μυαλό μου, κι άρχισα στα τυφλά να ψάχνω για παλιά ρούχα. Όμως δεν υπήρχε τίποτα.
Να δεις που αυτή η σκύλα η μάνα μου το ανακάλυψε ότι ήταν το κρησφύγετό μου και τα πέταξε όλα, έτσι για να μ’ εκδικηθεί.
(παύση)
Δε ξέρω πόσο καιρό έμεινα εκεί μέσα. Όταν μια μέρα άνοιξε η πόρτα, το φως με τύφλωσε και το μόνο που κατάφερα να ψελλίσω ήταν… «Δε θα το ξανακάνω μαμά».

 

Σκοτάδι