H περικεφαλαία

Δεκέμβριος 12, 2007

Δημοσιογράφος: Πως είπατε πως λέγεστε;
Κυρία Περικεφαλαία: Μαρία-Γκονζάλες-Πιέντρου-Αλεχάνδρα Περικεφαλαία.
Δ.: Ενδιαφέρον όνομα!
Κυρία Π.: Ναι, εμείς εδώ όλοι έτσι λεγόμεθα.
Δ.: Πείτε μας λοιπόν, τι ακριβώς έγινε.
Κ.Π.: Εγώ κοιμόμουνα βαθιά γιατί το πρωί έχω να ξυπνήσω, να σηκωθώ, να ντυθώ, να σηκώσω τον κύριο Περικεφαλαία και να αρμέξω τις κατσίκες.
Δ.: Τώρα που είπατε κατσίκες, σα να δίψασα λιγάκι.
Κ.Π.: Μήπως θέλετε να πιείτε κάτι;
Δ.: Λίγο από το γάλα σας θα ήταν ό,τι έπρεπε.
Κ.Π.: Ευχαρίστως!
Δ.: Κυρία Περικεφαλαία!
(από γύρω φωνές) Ορίστε! Ορίστε! Ορίστε!
Δ.: Όχι ζεστό, κρύο σας παρακαλώ, η κατσικίλα μ’ ενοχλεί.
Κ.Π.: Το γάλα σας.
Δ.: Ευχαριστώ, πολύ ωραίο.
Κ.Π.: Πότε σκοπεύετε να αρχίσουμε;
Δ.: Αμέσως!
Κ.Π.: (με στόμφο) Σκεφτόμουν να πάω ν’ αγοράσω πεπονάκια για το μικρό μας όταν μου ήρθε να ρουφήξω κάνα αυγό να καρδαμώσω. Μπαίνω στο κοτέτσι και τι να δω… Οι κότες όλες ζαβλακωμένες και μουγκές σα μαγεμένες κι όλα τ’ αυγά ρουφηγμένα!
Δ.: Ω!! Κάποια αλεπού ίσως;
Κ.Π.: Στην αρχή έτσι πιστέψαμε όλοι. Φωνάζω τη γειτόνισσα από δίπλα, βγαίνει μες στα κλάματα η καημένη. Τι πάθατε; τη ρωτώ. Μπήκα στο κοτέτσι να βράσω ένα αυγό του Μπούλη, και τι να δω! Όλες οι κότες μελαγχολικές κι αφηρημένες και τ’ αυγά ρουφηγμένα!
Δ.: Κι εκεί κάποια αλεπού, ίσως;
Κ.Π.: Στην αρχή έτσι πιστέψαμε όλοι. Και το χειρότερο, ο άντρας της κυρίας Περικεφαλαία, μεγάλος άνθρωπος, ταράχτηκε, στράβωσε το στόμα του, έχει και κόρες ανύπαντρες, καταλαβαίνετε.
Δ.: Κι εσείς;
Κ.Π.: Εγώ τις έχω σχεδόν παντρέψει.
Δ.: Δηλαδή, αν σας ζητούσα μια δεν θα είχατε να μου δώσετε;
Κ.Π.: Και να είχα, ποτέ δεν θα έδινα μια κόρη μου σε δημοσιογράφο. Η δουλειά σας δεν είναι και από τις σταθερότερες, έχετε και πολλούς πειρασμούς. Καταλαβαίνετε…
Δ.: Κι οι κόρες σας δεν είναι κι από τις ομορφότερες! Είδα μια προηγουμένως.
Κ.Π.: Αφού δεν έχω, τι να λέμε τώρα.
Κόρη: (τρέχει από το βάθος) Σταθείτε, σταθείτε, μητέρα πως μιλάτε έτσι του ανθρώπου.
Κ.Π.: Μητέρα είμαι και μιλώ όπως θέλω. Φτιάξε τα μαλλάκια σου, πως εμφανίζεσαι έτσι στον ξένο άνθρωπο. (της ισιώνει την περικεφαλαία)
Κόρη: Χαίρω πολύ κύριε!
Δ.: Παρομοίως δεσποινίς!
Κ.Π.: Από δω η κόρη μου, δεσποινίς Περικεφαλαία, λογοδοσμένη με το νεαρό από δίπλα.
Δ.: Γοητευμένος! Μμμμ, τι όμορφα που μυρίζει το χεράκι σας!
Κόρη: Μερσί μεσιέ, έσπερνα κουκάκια για τη σόμπα το χειμώνα.
Δ.: Μμμμ, μα εσείς είστε από μόνη σας φωτιά! Θα μου επιτρέπατε να σπείρουμε μαζί; Θα συντροφεύουμε γλυκά ο ένας τον άλλον τα κρύα βράδια του χειμώνα.
Κ.Π.: Παρντόν, παρντόν ας γυρίσουμε στο θέμα μας. Που είχαμε μείνει;
Δ.: Νομίζω πως πρέπει να συμβουλευτώ τις σημειώσεις μου.
Κ.Π.: (δραματικά) Ξύπνησα που λέτε το πρωί να σηκώσω τον κύριο Περικεφαλαία…

Advertisements