Το φουλάρι

Οκτώβριος 3, 2007

(Εφηβικό δωμάτιο αγοριού. Ο Δημήτρης και ο Αντρέας, γύρω στα 15 και οι δυο, βλέπουν κάτι αδιάφορο στην τηλεόραση.)
Δημήτρης: Οχτώ πήγε. Στην πρώτη ή στη δεύτερη θα πάμε;
Αντρέας: Στην πρώτη. Όλη η τάξη στην πρώτη θα ’ναι.
Δημήτρης: Καλά, ξέρεις τι μου είπε ο Γιάννης; Αυτός θα πάει από την πρώτη και θα κάτσει και στη δεύτερη. Πέμπτη φορά το βλέπει, ρε μαλάκα.
Αντρέας: Έχει πωρωθεί. Στο λέω ρε, είναι πολύ γαμάτο. Κι εγώ, τρίτη φορά θα το δω. Κι ο Κώστας. Και η Νάνσυ, αλλά αυτή δε μετράει, πάει για τον Τζέραρντ Μπάτλερ. (Τη μιμείται) «Θεός ο Τζέραρντ, Θεός»
Δημήτρης: Εμ, ποιον θα βάζανε να κάνει τον Λεωνίδα, ρε μαλάκα; Τον Mr. Bean;
Αντρέας: (γελάει) Όχι, αλλά τώρα που το λες, αυτός μπορεί να έκανε για Εφιάλτης! Τι σου λέω, αφού δεν το ’χεις δει. Καλά, ρε Δημήτρη, εσύ πώς δεν…;
Δημήτρης: (συνωμοτικά) Έχει πρόβλημα ο δικός μου (δείχνει με νεύμα προς το εσωτερικό του σπιτιού, και συνεχίζει συνωμοτικά). Κρυφά θα ’ρθω σήμερα. Μου τα ’χει πρήξει… Και δεν την αντέχω τη γκρίνια. Αρχίζει αυτός, η άλλη την κάνει γιατί βαριέται, και τ’ ακούω μόνος μου.
Αντρέας: Δηλαδή, τι λέει;
Δημήτρης: Τα γνωστά: οι Αμερικάνοι, που τα ’χουνε ισοπεδώσει όλα, δεν θα μας μάθει ιστορία το Χόλιγουντ, ξέρεις, τέτοια… Εγώ νομίζω ότι είχε τσαντιστεί από την άλλη φορά, με το Μεγαλέξαντρο μωρέ, που τον βγάλανε ψιλογκέι, γι’ αυτό δε θέλει.
Αντρέας: Καμία σχέση. Αυτή είναι ταινιάρα. Εγώ πάντως, έμαθα ιστορία. Καλύτερα από την ξενέρα την ιστορικού που είχαμε πέρσι. Δεν είχα καταλάβει Χριστό μιλάμε. Ξέρεις τι νόμιζα; Ότι ο Λεωνίδας είδε έναν εφιάλτη το βράδυ στον ύπνο του, ζήτησε χρησμό από την Πυθία, εκείνη του είπε Εν τούτω νίκα και μετά αυτός την έπεσε στους Τούρκους και την πάτησε. Αλλά τώρα, τα είδα όλα!: και τον Εφιάλτη, δηλαδή πως ήταν άνθρωπος -μαλάκα, σαν τον Κουασιμόδο ήτανε!-, και τους Πέρσες, που νόμιζα πρώτα πως ήταν Τούρκοι, και έμαθα κι άλλα: το ξέρεις ότι οι σωματοφύλακες του Ξέρξη ήτανε Νίντζα;
Δημήτρης: Σκάσε ρε μαλάκα, αφού ξέρεις ότι μου τη σπάει να μου λένε το έργο πριν το δω…
Αντρέας: ΟΚ! Σόρρυ! Πάντως πες του γέρου σου ότι έχει άδικο. Όλο το σινεμά χειροκρόταγε στο τέλος. Γιατί δείχνει την αλήθεια: πόσο μάτσο είναι οι Έλληνες και πόσο μαλάκες οι Τούρκοι, ε, οι Πέρσες… καλά, βασικά το ίδιο είναι… Την ιστορία έπρεπε να μας την έδειχναν με ταινίες, όχι μπλα μπλα μπλα και να μη σου μένει τίποτα στο τέλος.
Δημήτρης: Ε μη μου πεις τώρα ότι δε θυμόσουνα ούτε το «Μολών λαβέ».
Αντρέας: ;;;
Δημήτρης: Το «Μολών λαβέ», ρε, που είπε ο Λεωνίδας στον Ξέρξη.
Αντρέας: Γαλλικά μιλούσανε;
Δημήτρης: Τι γαλλικά βρε μαλάκα, «Μολών λαβέ», αρχαία είναι, «Έλα να τα πάρεις» σημαίνει.
Αντρέας: Α, αυτό λες, ναι, το έδειξε, είναι σε μια φάση που σκάει ο Ξέρξης πάνω στο άρμα, μεσ’ στη χλίδα, και πάει να κάνει μαγκιές και καλά, και ο Λεωνίδας… ξέρεις, του κάνει «πάρ’ τα» (δείχνει τα γεννητικά του όργανα). Ναι, τώρα το θυμήθηκα. (Παύση) Πάντως δεν έχει δίκιο ο γέρος σου, εμ, φιλόλογος είναι, γι’ αυτό τα λέει, άμα το δει όμως, θα ξεκολλήσει. Είναι πολύ φιλέλληνο έργο. Και μας διαφημίζει σε όλο τον κόσμο. Ποιος τις ήξερε τις Θερμοπύλες; Ένα κωλοχώρι στη μέση του πουθενά, ούτε ένα Μακντόναλντς δεν είχε τότε που μας πήγαν με το σχολείο, θυμάσαι; Τώρα όμως, θα τρέχουν οι τουρίστες σαν τρελοί να δουν τις Χότ-γκέιτς.
Δημήτρης: Τις ποιες;
Αντρέας: Τις Χοτ γκέιτς ρε μαλάκα, Θερμο-πύλες, Χοτ- Γκέιτς.
(Στην πόρτα του δωματίου εμφανίζεται ο πατέρας του Δημήτρη)
Πατέρας: (χαμογελώντας) Ετοιμάζεστε για έξοδο; Πού θα πάτε;
Δημήτρης:(διστακτικά) Για σινεμά λέμε… Δεν ξέρουμε ακόμα σε ποιο…
Πατέρας: Να σας κάνω εγώ μια πρόταση; Γιατί δεν πάτε στους «300»; Βάζω στοίχημα πως όλη η παρέα σας εκεί θα ’ναι. Τι λες κι εσύ, Αντρέα;
(Αντρέας και Δημήτρης κοιτάζονται απορημένοι.)
Αντρέας: Βασικά εγώ το έχω δει, αλλά… το ξαναβλέπω, δε με χαλάει. Δεν ξέρω, αν θέλει ο Δημήτρης…
Δημήτρης: (κοιτάζοντας διστακτικά τον πατέρα του) Λες; Αμερικανιά θα ’ναι, αλλά από περιέργεια… μπορεί και να πήγαινα.
Πατέρας: Να πάτε. Και μετά, άμα θέλετε, σας πάω για πίτσα και μου λέτε πώς σας φάνηκε. Σύμφωνοι;
Δημήτρης: Καλά, εσύ δεν έλεγες ότι…
Πατέρας: Έλεγα. Άλλαξα γνώμη. Πήγα κι εγώ χτες. Νομίζω πως αξίζει να το δείτε. Αλλά θέλω να το προσέξετε, έτσι;
Δημήτρης: (γελώντας) Θα μας βάλεις διαγώνισμα;
Πατέρας: (Χαμογελάει) Όχι. Νομίζω πως είναι σοβαρό θέμα. Και για τα σοβαρά θέματα δε βάζω διαγώνισμα. Μ’ αρέσει να τα κουβεντιάζω με τους δικούς μου ανθρώπους. Άντε, πηγαίνετε τώρα, τα λέμε… μετά τη μάχη.
(Ο Δημήτρης και ο Αντρέας γελάνε και φεύγουν. Ο πατέρας τούς κοιτάζει σκεπτικός).
Πατέρας: (μονολογεί) Ακούς εκεί γαλλικά! Σιγά μην ήταν και κινέζικα! (Βεβαιώνεται πως έφυγαν. Η τηλεόραση αποσπά την προσοχή του.Φωνάζει) Καίτη, στο συρτάρι μου έχω ένα DVD, είναι τυλιγμένο σ’ ένα φουλάρι. Βάλτο να παίζει κι έρχομαι.
Καίτη: (μετά από λίγο Ε, δεν το πιστεύω! Το αγόρασες πειρατικό, Λέων; Δάσκαλε που δίδασκες…
Πατέρας: (Δυνατά) Τι λες βρε, είσαι καλά; Σιγά μην το πλήρωνα κιόλας! Ο Γιάννης μού το δάνεισε, κρυφά απ’ τον γιο του! (σιγά απελπισμένος) Να δούμε τι άλλο θα κάνουμε!
(Στην τηλεόραση η εκφωνήτρια των ειδήσεων: Ο πρόεδρος Μπους προειδοποίησε το Ιράν πως αν συνεχίσει να προκαλεί…)
Πατέρας: (αγανακτισμένος) Α, ρε Κολόμβε, γαμώ την περιέργειά σου! (Κλείνει εκνευρισμένος την τηλεόραση και φεύγει)

Το μπλου τζην

Οκτώβριος 3, 2007

Νίκος: Όχι αυτό ρε, πάλι τα ίδια; Ξενερώσαμε! Τίποτ’ άλλο, πιο πρόσφατο, δεν ξέρεις; Πιάσε Evanesence. Lithium.
Εύα: Γιατί; Εμένα μ’ αρέσουν οι Scorpions.
Σπύρος: Κι αυτουνού του αρέσουν, αλλά… μην την ψάχνεις.
Νίκος: Ναι, μωρέ μαλάκα, εσύ όλα τα ξέρεις. Για πες μου, τι κατάλαβες;
Σπύρος: Σε τρώει…
Εύα: Εγώ, γιατί δεν καταλαβαίνω;
Νίκος: Πολύ εύκολα βγάζεις συμπεράσματα.
Σπύρος: Λες, ε;
Εύα: Θα μου πείτε κι εμένα;
Νίκος: Ωραία, ήταν το τραγούδι μας. Γουστάρω ακόμα τη Ρένα, αυτό δε θες να πεις;
Σπύρος: Εγώ δεν είπα τίποτα.
Εύα: Ποια είναι η Ρένα, ρε παιδιά; Γιατί δε μου λέτε;
Νίκος: Και να τη γουστάρω, εσύ τι ζόρι τραβάς;
(Ο Σπύρος παίζει και σιγοτραγουδάει το Holiday των Scorpions χωρίς να απαντάει)
Νίκος: Σε ρώτησα τι ζόρι τραβάς.
(Ο Σπύρος συνεχίζει να τον αγνοεί και να παίζει κιθάρα)
Εύα: Ρε Νίκο, ηρέμησε. Διακοπές είμαστε. Ήρθαμε εδώ να χαλαρώσουμε. Ποια είναι τέλος πάντων αυτή η Ρένα; Ή μάλλον άστο, δε θέλω να μου πεις. (Σε άλλο τόνο) Πού θα πάμε αύριο; Καμιά ιδέα;
Νίκος: Εσείς μπορείτε να πάτε όπου θέλετε. Εγώ πάντως γυρίζω τώρα στην Αθήνα. Μαλακία έκανα που ήρθα. Και το φανταζόμουνα, ότι πάλι εκεί θα φτάναμε. Όλο ζητάει αφορμή για να μου σπάσει τ’ αρχίδια.
Εύα: Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Τώρα δηλαδή είμαστε παρέα; Παρέα το λέτε εσείς αυτό; Από το πρωί που ξεκινήσαμε, τσακώνεστε χωρίς λόγο. Ρε Σπύρο, γιατί δε μιλάς; Έτσι θα πάνε και οι άλλες δυο μέρες;
Νίκος: Όχι, οι άλλες δυο δε θα πάνε έτσι, γιατί πολύ απλά εγώ δε θα είμαι εδώ. (Σηκώνεται να φύγει) Συγγνώμη, ρε Εύα. Δε φταις εσύ. Ούτε ήθελα να σου χαλάσω τις διακοπές. Έπεσες στην περίπτωση. Συγγνώμη. (Πάει να φύγει)
Σπύρος: Έτσι και κουνηθείς σε γάμησα!
Νίκος: Δεν το ’πιασα.
Σπύρος: Αυτό που άκουσες. Δεν έχεις να πας πουθενά.
Νίκος: Μπα; Και ποιος θα μ’ εμποδίσει;
(Ο Σπύρος του ρίχνει μπουνιά και ο Νίκος πέφτει κάτω)
Εύα: (ουρλιάζει υστερικά) Σταματήστε επιτέλους! Γιατί με φέρατε μαζί σας, ε; Για να βλέπω τους καυγάδες σας; Ηλίθιοι! (Βάζει τα κλάματα)
(Ο Νίκος προσπαθεί να σηκωθεί. Ο Σπύρος τον ξαναχτυπάει.)
Σπύρος: Νομίζεις ότι δεν ξέρω, ε; Επειδή κάνω τον μαλάκα; Από καιρό το ’χα μυριστεί. Σήμερα είδα και τα μηνυματάκια στο κινητό, την ώρα που πήγες τουαλέτα. «Θα βρω αφορμή και θα την κάνω, μωρό μου, δε θα καταλάβει κανείς.» Και η άλλη μου το ‘παιζε ότι έχει εξετάσεις και δε μπορούσε να ’ρθει μαζί. (Τη μιμείται) «Πρέπει να το πάρω το πτυχίο αυτή την περίοδο, μωρό. Με πρήζουν οι δικοί μου, δεν πάει άλλο». Δέκα χρόνια φίλοι, και μου παίζεις τέτοια πουστιά; Γιατί ρε μαλάκα; Αφού το ‘ξερες ότι την αγαπούσα την κουφάλα! Γιατί; (Τον κλωτσάει) Ποιος σε μάζευε όταν γινόσουνα λιώμα για τη Ρένα; Ε; Ποιος τα ’χε παρατήσει όλα και έτρεχε πίσω σου για να μην κάνεις καμιά μαλακία; Σε ρωτάω ρε μαλάκα! Λέγε! (Τον κλωτσάει συνέχεια. Χτυπάει το κινητό του Νίκου. Δεν κάνει κίνηση να το πάρει.Το κινητό χτυπάει τουλάχιστον 6 φορές. Τελικά το σηκώνει ο Σπύρος, αφού βλέπει πρώτα ποιος καλεί.) Ανησύχησες μωρό μου; Έρχεται, τώρα. Μόνο που δε θα μπορεί να σε γαμήσει απόψε. Θα χρειαστεί να του κάνεις τη νοσοκόμα. Δεν ξέρω αν έχεις και αυτό το προσόν. Α! Και την πλύστρα. Λερώθηκε το τζηνάκι του.(Το κλείνει.)
(Ο Σπύρος παίρνει την κιθάρα του και φεύγει.)
Εύα: Περίμενε. Έρχομαι κι εγώ.
(Φεύγουν)

Η σαγιονάρα

Οκτώβριος 3, 2007

Οι μπότες

(Κρεβατοκάμαρα. Ημίφως. Ένας άντρας και μια γυναίκα ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, ντυμένοι, πάνω από τις κουβέρτες. Ο άντρας κρατάει στην αγκαλιά του τη γυναίκα και της χαϊδεύει τα μαλλιά. Της μιλάει σιγανά, ψιθυριστά. Απ’ έξω ήχος βροχής)

ΜΙΧΑΛΗΣ: Βρέχει… Την ακούς τη βροχή, σπουργιτάκι; (Παύση.) Βγαίναμε έξω για να γίνουμε μούσκεμα… θυμάσαι; Χορεύαμε απ’ τη χαρά μας. Πιο πολύ στις ξαφνικές μπόρες, τα καλοκαίρια στην Αιδηψό. Τρώγαμε ξύλο μετά… Ποιος νοιαζόταν; (Παύση.) Τα χέρια σου μύριζαν βιολέτα και άνθη λεμονιάς. Μεγάλη Παρασκευή. Στόλιζες όλη νύχτα τον επιτάφιο. Όταν γύριζες, έμοιαζες με άγγελο που το ’σκασε απ’ τον Παράδεισο. Ποτέ δεν ήσουνα πιο όμορφη απ’ τη Μεγάλη Παρασκευή. Η μάνα σταυροκοπιόταν και σε ξεμάτιαζε, η Μαρίνα σε χάζευε. Εγώ δάγκωνα με λύσσα τα χείλια μου ώσπου να ματώσουν, όταν σε κοίταζαν τ’ αγόρια στην εκκλησία. (Παύση.) Θυμάσαι την πρώτη φορά που πήγαμε σινεμά; Ήταν τα γενέθλιά σου, έκλεινες τα 20. Έπαιζε την Καζαμπλάνκα, σπάραξες στο κλάμα, εγώ έκανα τον σκληρό… «Ωραία γενέθλια! Και του χρόνου εδώ να τα γιορτάσουμε!» είπα, μήπως σε κάνω να γελάσεις… δεν το άντεχα… Δεν… (Λυγμός που πνίγεται. Παύση.) Αγκάλιασέ με… σφιχτά… Έτσι. (Μεγάλη παύση) Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας βασιλιάς, που είχε όλα τα καλά του κόσμου. Έζησε ευτυχισμένος με τα παιδιά και τα εγγόνια του μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Όταν γέρασε πολύ, άρχισε να σκέφτεται πού θα πάει όταν πεθάνει. Κάλεσε στο παλάτι του όλους τους σοφούς της γης, για να τους ρωτήσει πώς είναι ο θάνατος. Εκείνοι του απάντησαν πως δεν τον έχει δει κανένας ζωντανός, και όσοι τον είδαν, δε γύρισαν ποτέ πίσω για να το πουν. Ο βασιλιάς στεναχωρήθηκε πολύ, κι από τη στεναχώρια αρρώστησε βαριά. Όλοι οι γιατροί του βασιλείου έτρεξαν να τον σώσουν, αλλά μάταια. «Αφού δε μπορείτε να μου πείτε πώς είναι ο θάνατος, θα πάω να δω μόνος μου. Και θα γυρίσω να σας πω. Σας το υπόσχομαι» (Παύση.) Η μάνα ζύμωνε ψωμί. Απόγευμα ήταν, θυμάσαι; Παίζαμε οι τρεις μας στην αυλή. Ο πατέρας έλειπε πάλι. Εσύ τους είδες πρώτη. Ψηλοί, με κόκκινα μάγουλα και λασπωμένες αρβήλες. «Πού ’ναι η μάνα σου, μωρή;» σε ρώτησαν. Αντί να τρέξεις να τη φωνάξεις, ήρθες και χώθηκες στην αγκαλιά μου. Η Μαρίνα της μίλησε. Πετάχτηκε εκείνη με τα χέρια αλευρωμένα, τους είδε και πάγωσε. (Παύση) Το βρήκαμε στο παράθυρο της κουζίνας. Μικρές στάλες αίμα στο χιόνι. Την άλλη μέρα το θάψαμε. Ρωτούσες αν τα σπουργίτια πάνε στον παράδεισο, όπως οι καλοί άνθρωποι. Στον ίδιο παράδεισο. (Παύση) «Πέρασαν χρόνια. Ο βασιλιάς δε γύρισε. Κανείς δεν τον συνάντησε. Μόνο ένα αγόρι με ματωμένα χείλια τον είδε στ’ όνειρό του. «Βασιλιά, είδες τον θάνατο;» τον ρώτησε. Ο βασιλιάς έγνεψε «ναι» με το κεφάλι του. «Και πώς ήταν;» «Ψηλός, με κόκκινα μάγουλα και λασπωμένες αρβήλες», είπε. (Παύση. Λυγμός που πνίγεται.) «Και γιατί φοράει λασπωμένες αρβήλες;» ρώτησε το αγόρι. «Δεν τις φοράει πάντα», είπε ο βασιλιάς. «Μόνο όταν πηγαίνει να πάρει νέους, για να βαρύνουν τα πόδια του.»» (Παύση.) Κοιμήθηκες, άγγελέ μου; (Παύση. Έξω ο ήχος της βροχής δυναμώνει. Τη σφίγγει απελπισμένα στην αγκαλιά του και κλαίει σιωπηλά.)

Η σαγιονάρα

ΚΩΣΤΑΣ: Με τον κατηγορούμενο γνωριζόμαστε από παιδιά. Παραθερίζαμε μαζί στην Αιδηψό, πολλά καλοκαίρια. Ύστερα ήρθανε και μείνανε δίπλα μας, στην Κυψέλη. Τότε πια γίναμε στενοί φίλοι. Όταν οι γονείς μου πήραν τη σύνταξή τους και πήγαν να μείνουν στο χωριό, ο Μιχάλης και οι αδερφές του έγιναν οικογένειά μου. Ένας τοίχος μας χώριζε, απ’ το πρωί ως το βράδυ ήμασταν μαζί. Φυσικό ήταν, όπως καταλαβαίνετε, να ερωτευτώ την αδερφή του, τη Μαρίνα, και να γίνουμε κανονικοί συγγενείς. Η άλλη αδερφή, η Κατερίνα, ήταν πάντα πιο απόμακρη, ζούσε σ’ ένα δικό της κόσμο. Λιγομίλητη, κλεινόταν ώρες μόνη στο δωμάτιό της, εμείς οι τρεις στο σαλόνι παίζαμε χαρτιά, βλέπαμε τηλεόραση, συζητούσαμε, εκείνη άλλες παρέες δεν είχε, ούτε φίλες από τη γειτονιά, ούτε από αλλού. Πήγαινε συχνά στην εκκλησία, εγώ την πείραζα μάλιστα, «να μου φυλάξεις μια θέση στον παράδεισο» της έλεγα, «στα αριθμημένα, εσύ που θα ’χεις το μέσον», εκείνη χαμογελούσε, αλλά μ’ ένα γέλιο, τι να σας πω, σα μορφασμός ήταν, σε πάγωνε. Καλό κορίτσι όμως, ψυχούλα, έβγαζε το ρούχο της να στο δώσει. Για τ’ αδέρφια της σκιζόταν. Στον Μιχάλη είχε αδυναμία, φαινόταν. Πατέρα δε γνώρισαν, πέθανε στην εξορία, στη Χούντα. Ο Μιχάλης ήταν και πατέρας κι αδερφός της, άλλος άντρας στη ζωή της δε μπήκε. Αφού, έτσι που μένανε ανύπαντροι κι οι δυο τους, χωρίς άλλες παρέες, ώρες ώρες μου περνούσε απ’ το μυαλό… κι ύστερα έλεγα μέσα μου, τι λες ρε κάθαρμα, τέτοιες σκέψεις κάνεις για τ’ αδέρφια σου ρε; Γιατί αδέρφια μου ήτανε πια, όχι απ’ τον νόμο, έτσι τους ένιωθα. (Παύση) Και πριν τρία χρόνια, ανήμερα της Παναγίας ήτανε, δεν είχαμε άδεια από τις δουλειές μας, ήμασταν όλοι στην Αθήνα, οι Ολυμπιακοί αγώνες, ξέρετε, έρχεται ο Μιχάλης κατά τις 12 στο σπίτι μας, άσπρος σαν το πανί, έτοιμος να λιποθυμήσει. «Κώστα, η Κατερίνα τρελάθηκε», μου λέει. «Ξέρεις τι μαγειρεύει; Τη σαγιονάρα. Τη σαγιονάρα της, ρε Κώστα, και μου λέει πως είναι μπριζόλα!» Καλέσαμε το ασθενοφόρο, την πήρανε, δεν αντιστάθηκε, μας κοίταζε μόνο μ’ ένα βλέμμα παιδικό, όλο απορία. Η Μαρίνα πεσμένη στον καναπέ, βουβή, σπάραζε στο κλάμα. (Παύση) Έμεινε 4 μήνες στην κλινική, όταν βγήκε ήταν άλλος άνθρωπος. Δε συνήλθε ποτέ. Από κει και πέρα μετράγαμε πια πόσο συχνά ξανάρχονταν οι κρίσεις, πόσο καιρό την κράταγαν μέσα, κάθε φορά περισσότερο. Και κάθε φορά γύριζε πιο απόμακρη. Ο Μιχάλης από την άλλη να λιώνει. Έμεινε πετσί και κόκαλο, σπάνια έβαζε μπουκιά στο στόμα του, τσιγάρο και ποτό, πολύ ποτό, πάντα μεθυσμένος γύριζε σπίτι. Εγώ προσπαθούσα να παρηγορήσω τη γυναίκα μου, ήταν έγκυος, από τη στενοχώρια και το κλάμα το ’χασε το παιδί στον τέταρτο μήνα. Και τότε ξέσπασε. Μου τα είπε όλα. Το ήξερε πως τ’ αδέρφια της είχαν σχέση, τους είχε δει πριν πολλά χρόνια. Γι’ αυτό τρελάθηκε η Κατερίνα, δεν άντεχε άλλο το βάρος. «Θα έρθουν και χειρότερα! Θα έρθουν και χειρότερα!» έλεγε μέσα στους λυγμούς της. Δεν έπεσε έξω. Τα υπόλοιπα τα ξέρετε. (Παύση) Γιατί το ’κανε; Γιατί δεν άντεχε να τη βλέπει άλλο να βασανίζεται. Γιατί την αγαπούσε. Πολύ. Κι αυτό φάνηκε κι απ’ τον τρόπο που έγινε … ο φόνος εννοώ. Ούτε τη χτύπησε, ούτε τη μαχαίρωσε, ούτε την πυροβόλησε. Της έδωσε τα ηρεμιστικά της χάπια, όλα, κι ύστερα την πήρε στην αγκαλιά του και τη νανούριζε σα μωρό, ώσπου κοιμήθηκε. Έτσι τους βρήκαμε το πρωί. Ήταν το μόνο βράδυ που ο Μιχάλης δεν είχε πιει. Δεν ξανάπιε. Ούτε ξαναμίλησε. Το ξέρετε κι εσείς. Δεν θέλω να τον υπερασπίσω, ούτε ο ίδιος πρόκειται να υπερασπίσει τον εαυτό του, δεν τον νοιάζει τίποτα πια. Και δε θέλω να πω ότι έκανε καλά. Θέλω μόνο να σας πω ότι ο Μιχάλης, κύριε δικαστά, δε γεννήθηκε εγκληματίας. Μόνο αυτό θέλω να πω.

Απρίλης 2007