Το παπιόν

Οκτώβριος 4, 2007

Άντρας 85 χρονών, Γυναίκα 75 χρονών

Άντρας: Ει…Ει… Μαρίκα
Γυναίκα: Σσσς
Άντρας: Ό,τι είναι να γίνει ας γίνει… Έλα…
Γυναίκα: Πώς… Τι κάνεις;
Άντρας: Τώρα που δε βλέπουμε… Ν΄ ακούμε…
Γυναίκα: Σσσς… Κόπηκε το ρεύμα πάλι…
Άντρας: Πίσσα σκοτάδι σ’ όλο το τετράγωνο… Έλα να δεις…Μόνο τα καράβια φέγγουν, που πλέουν στο Σαρωνικό…
Γυναίκα: Καλοκαιράκι…
Άντρας: Είμαι ήρεμος…
Γυναίκα: Σέριφος…Σίφνος… Κύθηρα…
Άντρας: Πιο σφιχτά…Κοντά μου…
Γυναίκα: Αντρέα… Αντρέα μου…
Άντρας: Μίλα… Μίλα…
Γυναίκα: Την πλάτη… Χάιδεψε μου την πλάτη…ναι…όχι το στήθος…όχι το στήθος… όχι… Κρέμασε… άδειο σακούλι… πάει…
Άντρας: Πιάσε με… Πιάσε με…
Γυναίκα: Αγάπη μου…
Άντρας: Δεν μπορώ… Δεν μπορώ (γελούν) Τοοο «παπιόν» δεν στέκεται στο ύψος του… (μικρή παύση)
Γυναίκα: Γιατί το λέγαμε παπιόν…; Ξέχασα πια…
Άντρας: Ο παππούς μου, ο Κρητικός … δε φώναζε στην κυρά του «Ασ’ τον … και φτιάξε το παπιόν…»; (γέλια) Αλλά και σένα, εκεί ο νους σου!
Γυναίκα: Αχ, ψυχή μου…
Άντρας: Αχ, κάβλες ατέλειωτες… κάβλες…
Γυναίκα: Δε λες που εμείς το κάναμε συνέχεια… Ευκαιρίας δοθείσης…
Άντρας: Ευκαιρίας δοθείσης… … Όμως πόσες κάβλες πήγαν χαμένες Μαρικάκι μου… Πόσες;

20 χρόνια πριν
Γυναίκα: Μη λες τίποτα… Δε θέλω να ξέρω…
Άντρας: Όχι, να ξέρεις…
Γυναίκα: Δε θέλω!
Άντρας: Αυτά τα υπεράνω να τ’ αφήσεις…
Γυναίκα: Ε, λοιπόν, Αντρέα μου, καλά κάνει!
Άντρας: Μη μου υψώνεις τη φωνή.
Γυναίκα: Ό,τι θέλει κάνει, 25 χρονών είναι…
Άντρας: Μπα και πρέπει η κόρη σου…
Γυναίκα: Κόρη μας…
Άντρας: Επειδή είναι 25 ν΄ αλλάζει κάθε χρόνο γκόμενο;
Γυναίκα: Και λίγο είναι… Ένας το χρόνο… Δύο και τρεις το χρόνο θάπρεπε… Αλλά δεν προλαβαίνει το παιδί…
Άντρας: Ε, εσύ τρελάθηκες… Με κοροϊδεύεις μπρος στα μούτρα μου.
Γυναίκα: Γονίδιο αγάπη μου…Γονίδιο…
Άντρας: Α, μάλιστα… Ποιανού;
Γυναίκα: Και των δυονών μας… Πώς θα εμβαθύνει χωρίς σεξ, στο θέμα που διάλεξε για διδακτορικό; «Ο Μητρικός Φαλλός: Λακάν και αρχαία τραγωδία»;
Άντρας: Τώρα που το λες… Ε, βέβαια…Και πολύ είναι! Πού ν΄ αντέξει ένας άντρας πάνω από ένα χρόνο τον τον… πώς τον είπες;

1970, 20 χρόνια πριν
Άντρας: Αυτή είναι;
Γυναίκα: Τρία χρόνια μαζί και ρωτάει «αυτή είναι, αυτή είναι;»
Άντρας: Μη γελάς!
Γυναίκα: Δεν μπορώ να κρατηθώ…
Άντρας: Σταμάτα… Αυτή είναι!
Γυναίκα: Δε μπορώ…
Άντρας: Θα ξυπνήσεις το παιδί!
Γυναίκα: Συνέχισε…
Άντρας: Με με με μπερδεύεις… Καλά το κάνω; Μη γελάς!
Γυναίκα: Μπορώ νομίζεις;
Άντρας: Ηρέμησε… Ηρέμησε…έτσι;
Γυναίκα: (γελάει) Μετά από τρία χρόνια…
Άντρας: Έμεινες αμέσως έγκυος… Δεν προλάβαμε βρε αγάπη μου να…
Γυναίκα: …να βρούμε την κλειτορίδα…
Άντρας: Γιατί εσύ την ήξερες;
Γυναίκα: Είχα βάσιμη υποψία… (γελούν αγκαλιασμένοι)
Άντρας: Φταίει και το «παπιόν» λιγάκι… όλο βιάζεται…
Γυναίκα: Θέλει να το σφίξω γλυκά.

1930
Άντρας Β΄, Γυναίκα Β΄ (οι παππούδες του Αντρέα)
Άντρας Β΄: Τα παιδιά είναι πλέον μεγάλα… Ο γιος μας έχει κοπέλι πέντε χρονών.
Γυναίκα Β΄: Να το χαρώ… Να το χαρώ… Ο Αντρέας είναι παλικαράκι πια.
Άντρας Β΄: Σφάλισε τα θύρας… Πεθύμησα ησυχία.
Γυναίκα Β΄: Τόση ησυχία χρόνια ολόκληρα δε σούταν αρκετή;
Άντρας Β΄: Γροίκα γυναίκα… Καλώς ζήσαμε… Το αεράκι της ανοίξεως μας δροσίζει… Όμως νάφευγα ψυχή μου…
Γυναίκα Β΄: Καλά νάναι τα παιδιά… κι ο εγγονός μας… Τίποτε άλλο…
Άντρας Β΄: Καλά νάναι…
Γυναίκα Β΄: Τίποτε άλλο…
Άντρας Β΄: Νάφευγα… Δεν ηδυνάμην ψυχή μου… Δεν ηδυνάμην… Συμπάθα με… Ερωτικά σώματα αντρών… καθ΄ ύπνον ήρχοντο και μ΄ ετάραζαν… ενώ εσύ ήρεμη επλάγιαζες δίπλα…
Γυναίκα Β΄: Πάνε αυτά… Πάνε…
Άντρας Β΄: Πού παν ψυχή μου αυτά; Πού…;

1910
Γυναίκα Β΄: Να μη σε βλέπω!
Άντρας Β΄: Ομοίως… Ούτε τη σκιά σου να θωρώ!
Γυναίκα Β΄: Αν δεν ήταν τα παιδιά…
Άντρας Β΄: Αν σου κάνει καρδίαν… φύγε ντε… φύγε…
Γυναίκα Β΄: Όλη η Αθήνα θα μάθει τα ρεζιλίκια σου… Πήρα άντρα απ΄ την Κρήτη… Και τι άντρα…
Άντρας Β΄: Ξέχνα τον «που» και… φτιάξε το παπιον… Αργήσαμε…
Γυναίκα Β΄: Ξεχνιέται;
Άντρας Β΄: Αν σε γροίκαγε η μήτηρ σου, τώρα δα;
Γυναίκα Β΄: Γυναίκα είναι, θα καταλάβαινε!
Άντρας Β΄: Τα παιδιά… Για όνομα Θεού… Θα σ΄ ακούσουνε…
Γυναίκα Β΄: Ξέρουνε μωρέ στο νησί σας από κάβλα; Ο Βενιζέλος σας που τον τσαμπουνάτε, ηξεύρει; Ωχού η μαύρη, τι τραβώ… τι τραβώ…

1890
Οι ίδιοι αρραβωνιασμένοι.
Κρήτη. Εις την σάλα του σπιτιού του ΑΝΤΡΑ Β΄. Βραδάκι
Άντρας Β΄: Δεν ξέρουν πως επιστρέψαμε… Γροικάς;
Γυναίκα Β΄: Τι είναι αυτό; (παύση) Τρέμω…
Άντρας Β΄: Αισχύνομαι για ελόγου τους.
Γυναίκα Β΄: Αχ… τρέμω… Κάτι έπαθα… Πάμε να φύγουμε.
Άντρας Β΄: Αναστενάζουσι αμφότεροι… Αμάν… αμάν.
Γυναίκα Β΄: Είσαι σίγουρος;
Άντρας Β΄: Πλέον ή βέβαιος… Είναι η μήτηρ κι ο κύρης μου… Χρόνια τώρα έχω χάσει τον ύπνο μου από δαύτους… Αηδείς και οι δύο.
Γυναίκα Β΄: Γιατί;
Άντρας Β΄: Απεχθείς σας λέω… Μα κι εκείνη τον νου της εις τον «που»;
Γυναίκα Β΄: Ακούγονται… κάπως ευτυχισμένοι… Μήπως ο έρως είναι…;
Άντρας Β΄: Εμείς οι δύο, μωρ΄ ορκίζομαι… ουδέποτε θα πέσουμε στο χθαμαλόν επίπεδό τους… Ο γάμος μας θα είναι ευπρεπής … (παύση αμηχανίας)
Γυναίκα Β΄: (του δίνει ένα πακέτο) Άνοιξέ το.
Άντρας Β΄: Ω, μεταξωτό παπιόν.
Γυναίκα Β΄: Εκ Παρισίων… Αγορασθέν από την οδό Ερμού…
Άντρας Β΄: Ευχαριστώ αγαπητή… Πού κάτεχες ότι αρέσκομαι τα παπιόν…
Γυναίκα Β΄: (ακούγονται ήχοι από μέσα) Ωχού, συνεχίζουν…
Άντρας Β΄: Μη γροικάς… μη… Ξέχνα τον «που» και ….φτιάξε το παπιόν.