Το σουτιέν

Μαΐου 29, 2010

ΣΚΗΝΗ 1

ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΗ:    Νύχτα. Η πρόσοψη μιας πολυκατοικίας χωρίς μπαλκόνια. Από το γείσο του 5ου ορόφου κρέμεται ένας άντρας, του οποίου βλέπουμε την πλάτη. Ένα παράθυρο από πάνω του ανοιχτό. Ακούγεται από μέσα η φωνή της Γυναίκας.

ΓΥΝΑΙΚΑ:            Έρχομαι μωρό μου. Ψάχνω για κείνα τα σεντόνια. Α όχι! Τώρα θυμήθηκα! Τα έβαλα όλα στο πλυντήριο.

ΑΝΤΡΑΣ:              Μην αργείς. Δεν αντέχω άλλο.

ΓΥΝΑΙΚΑ:            Το ξέρω μωρό μου. Δεν θα ‘θελα με τίποτα να ήμουν στη θέση σου.

ΑΝΤΡΑΣ               Τελείωνε!

ΓΥΝΑΙΚΑ:            Ναι ναι τελειώνω, αλλά τι να κάνω; Δεν βρίσκω τίποτα.

ΑΝΤΡΑΣ:              Το κέρατό μου! Το ήξερα ότι είσαι άχρηστη. Από την αρχή το ήξερα.

ΓΥΝΑΙΚΑ:            Ναι δεν στο έκρυψα.

ΑΝΤΡΑΣ:              Το χέρι μου. Κάνε κάτι.

ΓΥΝΑΙΚΑ:            Ναι ναι να κάνω. Τι να κάνω όμως; Κάτι πρέπει να κάνω. Έχεις καμιά ιδέα τι να κάνω; 

ΑΝΤΡΑΣ:              Υπάρχει θεός; Δεν υπάρχει θεός. Δεν υπάρχειειιι.

ΓΥΝΑΙΚΑ:            Μην γίνεσαι άθεος μωρό μου. Αμαρτία!

ΑΝΤΡΑΣ:              Τον αντίχριστό μου εδώ μέσα!

ΓΥΝΑΙΚΑ: (σκύβοντας στο παράθυρο)Εδώ μέσα είμαι εγώ μωρό μου. Εσύ είσαι εκεί έξω.

ΑΝΤΡΑΣ:              Δε θα μπω μέσα; Θα σου δείξω εγώ καριόλα.

ΓΥΝΑΙΚΑ:            Την ίδια ακριβώς φράση είπες πριν ακόμα προλάβω να ξεκλειδώσω την πόρτα.

ΑΝΤΡΑΣ:              Σκάσε!

ΓΥΝΑΙΚΑ:            Και σκάσε μου είπες. Εγώ σε ρωτούσα γιατί εξαφανίστηκες για δυο ολόκληρες μέρες και εσύ όρμησες να με χτυπήσεις. Τι κρίμα όμως. Βρέθηκες  έξω από το παράθυρο. Ευτυχώς, πρόλαβα και έκανα στην άκρη. Μεγάλη η χάρη του.

ΑΝΤΡΑΣ:              Τόσο μεγάλη που σύντομα θα μείνεις χήρα αν συνεχίσεις να μαλακίζεσαι.

ΓΥΝΑΙΚΑ:            Δεν θέλω ούτε να σκέφτομαι τη ζωή μου χωρίς εσένα. Το βρήκα! Που έχεις το κινητό σου να πάρω τηλέφωνο την πυροσβεστική;

ΑΝΤΡΑΣ:              Όχι το κινητό. Κοίτα στην αποθήκη. Έχω σκοινί εκεί.

ΓΥΝΑΙΚΑ:            Και δεν το λες τόση ώρα; Τρέχω μωρό μου. (μπαίνει και ακούγεται από μακριά) Που ακριβώς είναι το σκοινί; Δεν το βρίσκω.

ΑΝΤΡΑΣ:              Άνοιξε τα στραβά σου. Εκεί είναι.

ΓΥΝΑΙΚΑ:            Λες εκείνο  που με έδεσες τις προάλλες επειδή σκάλιζα το κινητό σου ε;

ΑΝΤΡΑΣ:              Σου έχω πει ότι δεν θέλω να πειράζεις τα πράγματά μου. Το σκοινί. Φέρ’ το.

ΓΥΝΑΙΚΑ:            Το πέταξα χθες μωρό μου. Μου έφερνε άσχημες αναμνήσεις.

ΑΝΤΡΑΣ:              Στο διάολο. Να πας στο διάολο ακούς;

ΓΥΝΑΙΚΑ:            Ακούω μωρό μου.

Ο ΑΝΤΡΑΣ γλιστράει, βγάζει κραυγή και τελικά κρατιέται.

 

ΓΥΝΑΙΚΑ:            Είσαι ακόμα εκεί μωρό μου;

ΑΝΤΡΑΣ:              Το χέρι μου, μούδιασε. Πόσες αντοχές νομίζεις έχω ο άνθρωπος;

ΓΥΝΑΙΚΑ:            Σε τι θέλεις να σου απαντήσω; Στο πόσες αντοχές έχεις ή στο άνθρωπος; Λοιπόν σχετικά με τις αντοχές νομίζω κρατάς καλά. Την μισή σου μέρα περνάς στο γυμναστήριο, όσο για το άνθρωπος…

ΑΝΤΡΑΣ:              Με δουλεύεις παλιοβρόμα; Κάνεις αστεία όταν σε λίγο μπορεί να σκάσω από 7 μέτρα ύψος σαν….σαν….

ΓΥΝΑΙΚΑ:            Σαν.. σαν.. ούτε εγώ βρίσκω λέξη.

ΑΝΤΡΑΣ:              Με δουλεύεις! Ναι με δουλεύεις!

ΓΥΝΑΙΚΑ             Εγώ; Πιστεύεις κάτι τέτοιο για μένα; Ντροπή σου μωρό μου!

ΑΝΤΡΑΣ:              Και κόφ’ το επιτέλους αυτό το μωρό μου! (παύση)

ΓΥΝΑΙΚΑ: (εμφανίζεται στο παράθυρο. Βγάζει το σουτιέν της) Ορίστε μωρ..ό…

ΑΝΤΡΑΣ:              Τι είναι αυτό;

ΓΥΝΑΙΚΑ:            Είναι αυτό που μου αγόρασες τις προάλλες από τη λαϊκή. Τα κινέζικα είναι καλά μου είπες. Μπορεί να μην είναι σεξουαλικά και τι να τα κάνεις τα σεξουαλικά εσύ, έτσι μου είπες, αλλά είναι ανθεκτικά. (Παύση) Δεν υπάρχει κάτι άλλο. Ή το πιάνεις ή πέφτεις.

Σκοτάδι. Ακούγεται ο θόρυβος που κάνει ο ΑΝΤΡΑΣ καθώς σκάει στο

πεζοδρόμιο.

 

ΓΥΝΑΙΚΑ:            Α ξέχασα να σου πω ότι σκίστηκε και δεν πρόλαβα να το ράψω. Φτηνοπράγματα των 5 ευρώ. Ξοδεύτηκες πάλι μωρό μου.

 

ΣΚΗΝΗ 2

ΠΑΡΟΝ: Η γυναίκα με την πλάτη γυρισμένη στο κλειστό παράθυρο.

Ακούγονται τα κλειδιά στην πόρτα. Η πόρτα κλειδωμένη.

ΑΝΤΡΑΣ:              Δεν θα μπω μέσα; Θα σου δείξω εγώ καριόλα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ανοίγει το παράθυρο, προχωράει προς την πόρτα και την

ξεκλειδώνει.       

Advertisements

O σκούφος

Μαΐου 29, 2010

Α        Δεν μ’ αρέσει εδώ.

Β        Λογικό είναι. Ξεχνάς που βρισκόμαστε;

Α        Δηλαδή έτσι θα είμαστε;

Β        Ναι.

Α        Φοβάμαι.

Β        Δεν πρέπει, δεν θα κρατήσει πολύ.

Α        Πόσο;

Β        Υπολόγισε. Είμαστε εδώ τρεις μήνες.

Α        Πόσο θέλουμε ακόμα;

Β        Δεν ξέρω ακριβώς.

Α        Και μετά τι;

Β        Μετά θα βγούμε στο φως.

Α        Φοβάμαι το φως. Δεν το γνωρίζω,… τελικά ίσως είναι καλύτερα εδώ.

Β        Μη φοβάσαι. Όταν βγούμε από δω δεν θα είμαστε μόνοι μας.

Α        Αλήθεια;

Β        Ναι.

Α        Που το ξέρεις;

Β        Το ξέρω. Το έχω ξαναπεράσει. Όταν βγήκα την πρώτη φορά κάποιος με κράταγε αγκαλιά. Μαμά μου έλεγε να τη λέω.

Α        Και; Σε άφησε η μαμά;

Β        Όχι δεν με άφησε. Ή ναι με άφησε. Δεν το ήθελε όμως. Έγινε ξαφνικά. Θυμάμαι ότι άκουσα ένα θόρυβο και μετά έπεσα από την αγκαλιά. Άκουσα τη φωνή της. Και αυτή έπεσε μαζί μου. Δεν ξέρω τι απέγινε.

Α        Γιατί ξαναγύρισες;

Β        Για να ξαναβγώ στο φως.

Α        Και αν ξαναπέσεις;

Β        Δεν θέλω να ξαναπέσω.

Α        Ακούω συνέχεια να μιλούν για αίμα. Τι είναι το αίμα;

Β        Κάτι κόκκινο, που χύνεται. Το έχω δει. Κι εγώ είχα αίματα όταν έπεσα.

Α        Και η μαμά που σε κρατούσε αγκαλιά;

Β        Ναι κι αυτή. Και άλλοι πολλοί. Τώρα που το σκέφτομαι το αίμα είναι ένα κόκκινο πράγμα που τρέχει σαν νερό, αλλά τρέχει από πολλούς μαζί, ταυτόχρονα.

Α        Πόσοι ήσασταν;

Β        Δεν ξέρω. Δεν είχα μάθει να μετράω. Ήμασταν όμως πολλοί. Υπήρχε και φωτιά. Δεν ξέρεις τι είναι η φωτιά ε; Είναι κάτι που καίει, σε λιώνει… Στην αρχή ακούστηκε ένας θόρυβος, δυνατός πολύ.  Μετά πάλι, πιο δυνατός, τρομακτικός. Κι εγώ σαν να ήμουν μέσα του. Μετά, ένιωσα να πετάω. Και  εκεί τελείωσε, δεν θυμάμαι τίποτα άλλο.

Α        Κάτι κακό θα είχε γίνει εκεί έξω. Εδώ τουλάχιστον έχουμε ησυχία.

Β        Κάποιες φορές ακούγονται κι εδώ φωνές ε;

Α        Ναι. Και κάποιες φορές πέφτουμε απότομα. Πονάω τότε. Εσύ;

Β        Κι εγώ.

Α        Πόσος καιρός πάει από τότε;

Β        Εννιά χρόνια νομίζω. Δεν ξέρω να μετράω καλά. Δεν είχα μάθει. Θυμάμαι μία γυναίκα με ωραία στολή, αεροσυνοδός έλεγε η μαμά ότι ήταν. Με χάιδεψε στο κεφάλι. Φορούσα ένα σκούφο που έγραφε Χρόνια πολλά.  Είχα γενέθλια. Γινόμουν ενός έτους. Ήταν Σεπτέμβρης. Μια άλλη αεροσυνοδός ήρθε με μία τούρτα. Δεν πρόλαβα να τη δοκιμάσω. Πέσαμε αμέσως. Δεν ξέρω τι γεύση έχει μία τούρτα.

Ακούγονται τρομακτικοί θόρυβοι και φωνές.

Α        (με τρομαγμένη φωνή) Κοίτα αίμα. Είναι έτσι όπως μου το είπες. Κόκκινο και τρέχει σαν νερό

Β        Δώσε μου το χέρι σου. Μη φοβάσαι έχεις εμένα.

Α        Σσσς κάτι ακούω. Κάποιος φωνάζει στη μαμά…

          Πότε επιτέλους θα σταματήσουν οι φωνές;

Β        Κάποια στιγμή θα κουραστούν και θα σταματήσουν. 

Α        Πονάω. Δεν θέλω άλλο να πονάω. Θέλω να βγω στο φως.

Β        Όταν βγεις με ποιους θα είσαι;

Α        Μ’ αυτούς που δεν πονάνε.

Β        Εγώ θα είμαι με τους άλλους. Δε φοβάμαι το αίμα πια.

Α        Διψάω. Νομίζω ότι το υγρό έχει λιγοστέψει εδώ μέσα ε;

Β        Πρέπει να πίνει νερό. Πολύ νερό. Αυτή όμως κάθεται όλη μέρα στον ήλιο και αυτό δεν μας κάνει καλό.

Α        Λες να μην μας αγαπάει;

Β        Δεν ξέρω. Ίσως να μην υπάρχει σκιά.

Α        Τι υπάρχει τελικά εκεί έξω;