Το μπλου τζην

Οκτώβριος 11, 2007

(Ένα μελαγχολικό τραγούδι στην κιθάρα, σε μια ακατάληπτη γλώσσα)

ΑΝΝΑ: Μήπως να έπαιζες κάτι πιο χαρούμενο;
ΓΚΟΡΑΝ: Δε μου βγαίνει τίποτα εύθυμο πια.
ΑΛΕΞΑΝΤΡΙΝΣΚΙ: Από δω και πέρα η μουσική θα αλλάξει! Θα γίνει πιο… μονότονη, ας πούμε.
ΑΝΝΑ: Σαν πως δηλαδή;
ΑΛΕΞΑΝΤΡΙΝΣΚΙ: Ξέρω γω! Μπαμ, μπουμ… και πάλι μπαμ, μπουμ και ξανά το ίδιο σε άπειρα επαναλαμβανόμενα μοτίβα εθνικής εκκαθάρισης.
ΓΚΟΡΑΝ: Από πιστόλια, τουφέκια, πολυβόλα, οβίδες και όλα τα συναφή.
ΑΝΝΑ: Μην είστε βλάκες. Δε θα γίνει τίποτα. Όλα θα κυλήσουν καλά, όλα θα γίνουν πολιτισμένα. Κανείς δε θέλει να ανοίξει ούτε, …ούτε μύτη!
ΓΚΟΡΑΝ: Κανείς; Είσαι βέβαιη;
ΑΛΕΞΑΝΤΡΙΝΣΚΙ: Εγώ ξέρω τουλάχιστον καμιά δεκαριά μέσα απ’ την τάξη μας που θα πλήρωναν όσο-όσο για να με κάνουν σουρωτήρι με τα ωραία τους καλάσνικοφ.
ΓΚΟΡΑΝ: Εγώ πάλι είμαι σίγουρος ότι εξασκούνται επάνω μου, από καιρό μάλιστα, πετώντας κάθε βράδυ βελάκια στη φωτογραφία μου, πίσω από την πόρτα του υπνοδωματίου τους, λίγο πριν φορέσουν τις πιτζάμες τους και πέσουν για ύπνο με τα μάτια ορθάνοιχτα. Απ’ την υπερένταση και την αγωνία… ξέρεις! Από την απογοήτευση που μ’ άφησαν μια μέρα παραπάνω να μπλέκομαι στα πόδια τους.
ΑΝΝΑ: Σιγά, σιγά… πάρτε μια ανάσα. Ήρεμα! Δεν ξέρω κανέναν που θα λέρωνε τα χέρια του για τα τομάρια σας. Τόση απαισιοδοξία πια. Μα που φωλιάζει τόσος φόβος; Δεν καταλαβαίνω. Ειλικρινά, δε σας καταλαβαίνω εσάς τους δυο.
ΑΛΕΞΑΝΤΡΙΝΣΚΙ: Στο ίδιο μέρος που τον κρύβεις κι εσύ. Για το φόβο λέω. (γελάει πονηρά)
ΓΚΟΡΑΝ: Στο αύριο. Έρχεται. Απόψε μπορεί να είναι και το τελευταίο μας βράδυ ως Γιουγκοσλάβοι πολίτες. Ζήτω η Γιουγκοσλαβία, ζήτω ο Τίτο! Θα βάλω τα γέλια… Τι μαλακία μας τάιζαν τόσα χρόνια!
ΑΛΕΞΑΝΤΡΙΝΣΚΙ: Αύριο εσύ θα είσαι μια Σέρβα, αυτός ένας Βόσνιος κι εγώ ένας Μακεδόνας! Τέλος.
ΑΝΝΑ: Σιγά μην είσαι κι ο Μέγας Αλέξανδρος. Ψώνιο!
ΑΛΕΞΑΝΤΡΙΝΣΚΙ: Με λίγη καλή τύχη θα γίνει κι αυτό, ελπίζω να το προλάβουμε οι ίδιοι, πριν από τα παιδιά μας.
ΑΝΝΑ: Τι έχετε πάθει; Με τρομάζετε μ’ αυτά που λέτε. Τι ανοησίες!
ΓΚΟΡΑΝ: Λοιπόν, θα παίξω ένα σκοπό απ’ τα μέρη του πατέρα μου, ένα ορεινό χωριό, πνιγμένο στα πεύκα. Πέντε ώρες απ’ το Σεράγεβο. Δεν έτυχε να πάω ποτέ. Έχω δει μονάχα κάτι ασπρόμαυρες φωτογραφίες, πολύ παλιές, σκέτη αρχαιολογία. Το ονειρεύομαι κάθε νύχτα, σαν εφιάλτη. Αν όλα πάνε καλά και δεν πλαντάξουμε στο αίμα θα γυρίσουμε εκεί, λέει ο μπαμπάς. (παίζει στην κιθάρα ένα λυπητερό βαλκανικό τραγούδι)
ΑΝΝΑ: Σταμάτα δε θέλω ν’ ακούσω άλλο.
ΑΛΕΞΑΝΤΡΙΝΣΚΙ: Είδες, άρχισες κιόλας να ενοχλείσαι απ’ τα «όνειρα» του άλλου.
ΑΝΝΑ: Γκόραν, θέλω να μου υποσχεθείς ότι δε θα πάψουμε ποτέ να είμαστε φίλοι ό,τι στο διάολο κι αν γίνει. Κι εσύ το ίδιο βλάκα!
ΓΚΟΡΑΝ: Ωχ, μια Χριστιανή Ορθόδοξη βρίζει. Θα σε μαλώσουν οι παπάδες σας. Ντροπή Αννιέσκα!
ΑΝΝΑ: Γράψε πάνω στο τζην μου πόσο μ’ αγαπάς. Στο ένα πόδι εσύ και στο άλλο ο… Έλληνας! (μπήγει τα γέλια) Με τον κόκκινο μαρκαδόρο, αυτόν εδώ, γράφει καλύτερα.
ΑΛΕΞΑΝΤΡΙΝΣΚΙ: Μακεδόνας, παρακαλώ. Μη με προσβάλλεις!
ΓΚΟΡΑΝ: Ωραία ιδέα, Άννα. Έτσι θα μας έχεις και τους δυο κολλημένους πάνω σου. Μια ζωή, μισή ή ολόκληρη, ό,τι προφτάσεις κι εσύ…
ΑΝΝΑ: Τι φρίκη έχετε φάει; Θα βάλω τα κλάματα ρε κωλόπαιδα.
ΑΛΕΞΑΝΤΡΙΝΣΚΙ: Έλα, ξεκόλλα, πλάκα κάνουμε.
ΓΚΟΡΑΝ: Ναι αγαπούλα, εμείς δε θα χωρίσουμε ποτέ. Ό,τι κι αν τύχει θα ’μαστε μαζί, πάντα επάνω σου. Έλα, σειρά σου Βουκεφάλα, γράφε…
ΑΝΝΑ: Βλάκες, μου κάνατε την καρδιά μαύρη!
ΑΛΕΞΑΝΤΡΙΝΣΚΙ: Γαμώτο, τελείωσε το μελάνι.
ΓΚΟΡΑΝ: Καλά, μην αγχώνεσαι, γράψε με το αίμα σου, μια ώρα αρχύτερα. Μπορείς, έλα!
ΑΝΝΑ: Σκάστε, βουλώστε το κι οι δυο σας. Γυρίζω σπίτι. Δεν σας αντέχω άλλο, με τρομάζετε… Βλάκες!
ΑΛΕΞΑΝΤΡΙΝΣΚΙ: Μα δεν έγραψα ούτε ένα γράμμα, ούτε το άλφα δεν πρόλαβα να…

(ακούγονται πυροβολισμοί, συναγερμοί αυτοκινήτων ενεργοποιούνται, μια λάμψη φέρνει το απόλυτο σκοτάδι)

ΑΛΕΞΑΝΤΡΙΝΣΚΙ: Άρχισαν τα όργανα. Δεν περίμεναν καν να ξημερώσει. Δεν βλέπω την τύφλα μου, που είστε; Που είστε ρε; Γιατί δε μιλάτε; Γκόραν, Γκόραν μου; Άννα; Άννα λέω! Που τον κρύβεις τσουλάκι; Ε; (Σιωπή)

Τα κουμπιά

Οκτώβριος 11, 2007

2:45 π.μ.
3: Μισό!
27: Φτάνει.
3: Μισό, γαμώτο.
27: Με τίποτα.
3: Να, πάρ’ το. Δικό σου, πάρ’ το σου λέω.
27: Βάλ’ το μέσα ρε.
3: Δε γουστάρεις;
27: Όχι έτσι.
3: Ωραία, τότε σκάσε μου μισό.
27: Δεν έχω.
3: Αρχίδια!
27: Μίλα καλύτερα.
3: Έλα μωρό μου, «πεινάω».
27: Τράβα να «φας». Αλλού…
3: Από πού; Πλάκα κάνεις;
27: Οι πιο πολλοί εδώ μέσα είναι φορτωμένοι, τράβα.
3: Δεν εμπιστεύομαι ούτε τον κώλο μου εδώ μέσα. Που πας;
27: Να χτυπηθώ στο χορό. Με ξενέρωσες!
3: Δεν θες να… ;
27: Θέλω, αν το βουλώσεις.
3: Θα το βουλώσω. Με μισό. Πάμε! Έχεις καπότα;

3:10 π.μ.
3: Πού είσαι ρε μαλάκα; Τόση ώρα σε ψάχνω.
27: Βγήκα για καπότες.
3: Πήρες;
27: Αρχίδια, είναι όλα κλειστά.
3: Μίλα καλύτερα, ρε.
27: Γιατί σε προσέβαλα;
3: Δώσ’ μου!
27: Τι;
3: Μισό!
27: Φτάνει λέω.
3: Μισό, ρε γαμώτο.
27: Με τίποτα, όμως.
3: Να, πάρ’ το. Δικό σου, πάρ’ το σου λέω. Δώσ’ μου το χέρι σου.
27: Βάλ’ το μέσα ρε γύναιο. Σε βλέπουν!
3: Ε, και; Δε γουστάρεις;
27: Γουστάρω να στο κάνω και να φύγω.
3: Έλα πάμε μέσα, στο WC.
27: Βρωμάει ούρα.
3: Πάμε στις γυναικείες τότε.
27: Βρωμάει μουνίλα!
3: Ε, άει γαμήσου Χρηστάκη!
27: Πού;

3:30 π.μ.
3: Μισό!
27: Τι;
3: Ζαλίζομαι…
27: Χαλάρωσε μωρό μου…
3: Το κεφάλι μου!
27: Το μουνί μου, να λες!
3: Θα ξεράσω…
27: Όχι τώρα, χαλάρωσε.
3: Δε νιώθω καλά.
27: Τελειώνω, σκάσε. Τελειώνω, τελειώνω καύλα, εσύ;
3: Ωχ, μου σκάει…
27: Έλα τσουλάκι, το νιώθεις;
3: Μου σκάει, μου σκάει το κουμπί. Ωχ!
27: Γαμάτα!
3: Γάμα τα… Βαράει δυνατά ο πούστης, το νιώθω τρελά.
27: Τελειώνω, τελειώνω, πάρ’ τα.
3: Βγες, ρε μαλάκα, βγες σου λέω, βγες τώρα! Τώρα όμως! Έξωωωω, λέμε!
27: Σούπερ…
3: Θε μου!
27: Ποιος;

Το κολιέ

Οκτώβριος 11, 2007

ΑΥΤΟΣ: Πιο πολύ.
ΕΚΕΙΝΗ: Δε γίνεται άλλο.
ΑΥΤΟΣ: Προσπάθησε λίγο ακόμη.
ΕΚΕΙΝΗ: Τόση ώρα αυτό κάνω, δε βλέπεις.
ΑΥΤΟΣ: Δε βλέπω τίποτα. Άνοιξε τα πόδια σου, κι άλλο, μπορείς.
ΕΚΕΙΝΗ: Την τύφλα σου.
ΑΥΤΟΣ: Για κάτσε…
ΕΚΕΙΝΗ: Εγώ καθιστή είμαι, εσύ δεν κάθεσαι στα αυγά σου, ούτε στιγμή. Όλο ιδέες… ηλίθιες, επικίνδ…
ΑΥΤΟΣ: Σαν κάτι να ξεπροβάλει.
ΕΚΕΙΝΗ: Μην είναι το χθεσινό ντινέ, για πρόσεξε…
ΑΥΤΟΣ: Αστειάκια! Κάτι γυαλίζει.
ΕΚΕΙΝΗ: Το κούμπωμα. Είναι χρυσό, δηλαδή επίχρυσο.
ΑΥΤΟΣ: Με πέρλα μοιάζει, πιο άσπρο το βλέπω.
ΕΚΕΙΝΗ: Πιάσ’ την.
ΑΥΤΟΣ: Μια κουβέντα είναι.
ΕΚΕΙΝΗ: Όπως το έβαλες, βγάλ’ το τώρα. Άχρηστε!
ΑΥΤΟΣ: Ήρεμα….
ΕΚΕΙΝΗ: Να δω τι θα ’κανες εσύ στη θέση μου.
ΑΥΤΟΣ: Παραλογίζεσαι ξανά.
ΕΚΕΙΝΗ: Αυτή ήταν η τελευταία σου φορά. Κομμένα από δω και μπρος.
ΑΥΤΟΣ: Μην κουνιέσαι, το χάνω.
ΕΚΕΙΝΗ: Την ώρα και τη στιγμή.
ΑΥΤΟΣ: Σπρώξε λίγο. Πάρε βαθιά ανάσα και σπρώξε.
ΕΚΕΙΝΗ: Δε σε συμφέρει να το κάνω. Άκου με που σου λέω!
ΑΥΤΟΣ: (κλάματα από μέσα) Αυτό μας έλειπε τώρα.
ΕΚΕΙΝΗ: Τράβα και βάλτου την πιπίλα. Τώρα, πριν αρχίσει και δε σταματά. Συνεχίζουμε αργότερα. Δε θα το κλέψει κανείς από δω μέσα, μη φοβάσαι.
ΑΥΤΟΣ: Πάω.
ΕΚΕΙΝΗ: Στο στόμα, ε;
ΑΥΤΟΣ: Α, ρε βλάκα…

Η σαγιονάρα

Οκτώβριος 11, 2007

ΤΟΜΜΥ: Κρίμα, πολύ κρίμα. Αν το ήξερα θα ’χα έρθει. Θα ήμουν εκεί, δίπλα σου. Θα σου κρατούσα το χέρι, έτσι. Θα τ’ άφηνα να χαθεί στις χούφτες μου. Για ώρα. Θα σου ’δινα ένα φιλί. Στο μάγουλο. Κι άλλο ένα! Στ’ άλλο. Θα σου ’λεγα μια γλυκιά κουβέντα. Στ’ αυτί. Θ’ άφηνα τα χείλη μου να σου θυμίσουν το παιχνίδι. Τα χάδια μας. Λυπάμαι που δεν ήμουν εκεί, έπρεπε να μου το είχες πει. Να το ’χα κανονίσει. Θα μ’ άφηναν, είναι εντάξει τύποι. Αυτοί. Πίστευα πως θα με ειδοποιούσες όταν και αν ποτέ. Ας μου τηλεφωνούσες… Ας τηλεφωνούσες σ’ αυτούς. Απευθείας. Μη μιλήσεις, μην απολογηθείς. Δε σε κατηγορώ. Γι’ αυτό. Έλα, μην κατεβάζεις το κεφάλι. Κοίτα με. Δες τα λακάκια μου. Σου χαμογελάω… Κοίτα με τώρα! Δεν έκανες τόσα μίλια για να σε μαλώσω. Θέλω να μ’ ακούσεις, έχω να σου πω, έχω να πω πολλά. Έχω να κάνω άλλα τόσα. Όσα δεν πρόλαβα. Όσα δε μ’ άφησε. Εκείνη. Η μάνα σας. Η υστερία. Η σχιζοφρένεια. Η αρρώστια της! Τότε που η σαγιονάρα της άνοιξε το χορό της σφαλιάρας. Που προσγειώθηκε σαν ταφόπλακα στο κεφάλι. Το κεφάλι μου. Και μάτωσε το φρύδι και πάγωσε το αίμα και ξεράθηκε πάνω της. Το αποδεικτικό. Στα χέρια της τρελής. Δεν έκανα τίποτα. Τίποτα κακό. Έπαιζα μαζί σας όπως κι εσείς με μένα. Με το σώμα μου, το πουλί μου. Το καυλί μου. Έτσι το λένε. Εδώ. Να στο δείξω; Θέλεις; Ο Τόμμυ μεγάλωσε… Έγινε ολόκληρος Τομ! Αλήθεια… (λιγώνεται στα γέλια) Υπήρξα ο πιο υποδειγματικός «γιατρός» της γειτονιάς. Παραδέξου το, Κάρλα! Ήμουν ο καλύτερος. Κι αυτό δεν το λέω εγώ. Μόνο εγώ! Όλα τα παιδάκια με φώναζαν σπίτι. Στις αυλές το καλοκαίρι, στο παιδικό το χειμώνα. Κάτω απ’ το κρεβάτι, στριμωγμένοι. Ενωμένοι. Τους δυο χειμώνες που μαθαίναμε. Τη φύση. Τι είμαστε, σε τι διαφέρουμε, πως συνυπάρχουμε. Τι θα κάνουμε όταν μεγαλώσουμε. Πως θα το κάνουμε όταν γίνουμε μεγάλοι. Δε με στηρίξατε. Ποτέ. Σας υποστήριξα. Εγώ. Όσο μπορούσα. Πήρα την ευθύνη πάνω μου. Το μερίδιο της πλάκας, όλο δικό μου. Με τα εργαλεία μου. Τα χαζόγελά σας. Τα ματωμένα φουστάνια τους. Τα αίματα σα βρύση στα μπούτια τους. Είχατε την ευθύνη της συμμετοχής. Τα αρνηθήκατε όλα, όλες. Κι εσύ, ακόμα κι εσύ! Ο παρατηρητής του «οργίου». Η «απ’ έξω»! «Τρίδυμες θύματα ανηλίκου ψυχικά διαταραγμένου νυμφομανούς». Πρόστυχοι τίτλοι σε πρωτοσέλιδα του τοπικού τύπου, στην αρχή. Μετά τη δίκη, το μεγάλο ρεζιλίκι. Σε πανεθνικό δίκτυο. Πλάνα και γιουχαΐσματα. «Ο βιαστής», το στίγμα. Το κυνηγητό. Εσύ; Πού κρυβόσουν εσύ; Τότε; Λυπήθηκα που… λυπήθηκα που ψόφησαν κι οι δυο. (μεγάλη παύση) Σα να χάρηκα που έπεσα μέσα. Χάρηκα. Λίγο. Τόσο δα. Η διάγνωση ήταν σωστή. Ολόσωστη κοριτσάκι. Καρκίνος. Αυτό δεν ήταν; Καραμπινάτος! Τον είδα. Σου λέω τον είδα. Με γυμνό μάτι στις τρύπες, τις τρυπάρες τους. Δικαιώθηκα! Σαν γιατρός, λέω. (ανακοίνωση από μεγάφωνα: «Τέλος επισκεπτηρίου, τέλος επισκεπτηρίου!»). Να ξανάρθεις. Θέλω πολλά να πω, να σου πω, να μάθεις. Να μάθεις εσύ γιατί μένω ξυπόλητος τα βράδια. Όταν το φρύδι ανοίγει. Ανοίγει και τρέχει. Αίμα, εδώ. Κοίτα… Στην ψυχή… σαν φλέβα νερού κάτω απ’ το σπίτι. Σαπίζω. Πιάσε με, πέφτω. Μέσα, (Ο Τόμμυ μπήγει τα κλάματα, η Κάρλα σηκώνεται όρθια, προτάσσει το αιδοίο της στο πρόσωπό του για να προχωρήσει ο «ειδικός» σε μια γρήγορη διάγνωση. Βαθύ σκοτάδι)

Το τζόκεϊ

Οκτώβριος 9, 2007

ΚΑΡΛΑ: Ήταν εντάξει τύπος. Τον βρίσκαμε χαριτωμένο. Έκανε διαρκώς αστεία. Πολλά, ξεκαρδιστικά αστεία. Πλακατζής. Τρομερός πλακατζής. Όλοι το έλεγαν. Σκαρφάλωνε στα δέντρα για να πιάσει σκίουρους. Τους τάιζε με το ζόρι βελανίδια. Τόνους βελανίδια! Οι σκίουροι έσκαγαν απ’ το φαγητό που αναγκάζονταν να χωρέσουν στα μικρά στομαχάκια τους χωρίς να προλάβουν να πάρουν ανάσα. Ούρλιαζαν στα χέρια του. Ήτανε τόσο διασκεδαστικό όταν ακούγαμε το μπαμ. Σαν κούφιες βόμβες έσκαγαν. Εκείνο το καλοκαίρι είχε γίνει το επίκεντρο της παρέας, της γειτονιάς ολόκληρης θα έλεγα. Φορούσε την άσπρη ποδιά της μαμάς του και παρίστανε τον γιατρό. Στην αρχή την έβαζε πάνω απ’ τα ρούχα του. Μετά χωρίς, σα φουστάνι λευκό, εσώρουχα όχι, ποτέ. Α, είχε γέλιο. Αυτό να λέγεται! Ήτανε τόσο απολαυστικός. Θα ήθελα να το γράψετε αυτό, όπως ακριβώς το λέω. Α-πο-λαυ-στι-κός! Ένα απόγευμα κι ενώ παίζαμε με τις αδερφές μου κάτω απ’ τη βελανιδιά μας πλησιάζει χωρίς να χαμογελάει, με το τζόκεϊ θεόστραβα βαλμένο στα μαλλιά, έτοιμο να πέσει χάμω. Φορούσε και την ιατρική ποδιά του, φυσικά, αλλά είχε αίματα επάνω. Μάλλον από κάποιον προηγούμενο ασθενή, σκέφτηκα. Ωστόσο, σοβαρός, επίσημος, σωστός επιστήμονας σε διαρκή εφημερία! Από κάτω τσίτσιδος, εννοείται. Τα μπουτάκια του γυάλιζαν χρυσαφένια στον ήλιο της δύσης. Αλλά κάτι περίεργο σα να του συνέβαινε εκείνη τη μέρα. Σα να κουβαλούσε ένα, πώς να το πω… μία, ένα, ένα «μαξιλαράκι» χαμηλά στην κοιλιά. Πολύ μυτερό, σχεδόν αιχμηρό. Σε τρυπούσε αν …! Μας έβαζε να το αγγίζουμε κι οι τρεις με προσοχή. Το χαϊδεύαμε η μία μετά την άλλη ή όλες μαζί. Δεν είχε μεγάλη σημασία για τον Τόμμυ η σειρά που το πιάναμε! Συνήθως, αυτός ψαχούλευε τα κορμιά μας, εκεί που νόμιζε πως ο πόνος φωλιάζει. Σα να ήτανε λαστιχένιο αυτό το πράγμα κι ακόμα πιο σκληρό. Από ελαστικό καουτσούκ θα έλεγα… Όχι, όχι, πάνω απ’ τη στολή βάζαμε τα χέρια. Ο ίδιος τοποθετούσε στο επίμαχο σημείο τις χούφτες μας. Ή το αντίθετο! Στην αρχή τουλάχιστον. Μετά η Σούζη του πρότεινε να πετάξει αυτό το σαχλό παιχνιδάκι και ν’ αρχίσει την εξέταση. «Πονούσε» το στέρνο της απ’ το βήχα. «Κοκίτης». Καραμπινάτος, μάλιστα είχε αποφανθεί δυο μέρες νωρίτερα ο ειδικός! Δεν ήθελε να αφήσει την παρουσία του γιατρού ανεκμετάλλευτη για μια δεύτερη, πιο εμπεριστατωμένη διάγνωση, όπως καταλαβαίνετε. Εκείνος δίσταζε. Σα να προσπαθούσε να αφήσει το «μαξιλαράκι» να πέσει κάτω αλλά μάλλον αυτό δε γινόταν. Το έσπρωχνε, το πίεζε προς τα μέσα αλλά αυτό όρθιο, όρθιο, όρθιο πάντα. Η Πέγκυ τον παρότρυνε να πιάσει γρήγορα δουλειά. Εκείνη άρχισε. Αυτό να λέγεται! «Το μουνάκι μου βράζει» είπε. Συγγνώμη αλλά αυτά ήταν τα λόγια της, αυθόρμητα, έτσι όπως βγήκαν απ’ το στόμα της, εκείνη την ώρα. Ο Τόμμυ σα να κοκκίνισε ακόμα περισσότερο. Μετά από λίγο ψέλλισε «Θέλω να του ρίξω μια ματιά τώρα, γδυθείτε δεσποινίς». Η Πέγκυ άνοιξε τα μπούτια της. Εμείς χαζεύαμε. Ξαφνικά ξεπετιέται απ’ την ποδιά του γιατρού ένα κομμάτι σάρκας. Η Σούζη κατάλαβε αμέσως περί τίνος επρόκειτο. Έβλεπε συχνά το «μαξιλαράκι» του μπαμπά από τη κλειδαρότρυπα του μπάνιου. «Είναι μικρό!» κραύγασε. Για μια στιγμή δεν καταλάβαινα τίποτα. Άκουγα μονάχα τα τζιτζίκια. Στρίγκλιζαν. Ο Τόμμυ αφηνιασμένος άρχισε να ξεθάβει με τα δόντια του απ’ την κουφάλα της βελανιδιάς τους νεκρούς σκίουρους, αυτούς που είχε σκάσει την προηγούμενη βδομάδα και με τα χέρια του χτυπούσε αυτό που στα μάτια της Σούζη φαινόταν μικρό. Άρπαξε τον πρώτο σκίουρο, τον πιο γέρο και τον έχωσε στην τρύπα της, αφού πρώτα την έριξε κάτω με μια γερή γροθιά στο μέτωπο. Η Πέγκυ βγάζοντας αφρούς απ’ το στόμα ζητούσε την ίδια ακριβώς θεραπεία για την προχωρημένη της κατάσταση. Έτσι του έλεγε καθώς έτριβε με λύσσα τον κόρφο της και με τα δυο της άκρα, εκστασιασμένη. Εκείνος έκλαψε για μια στιγμή· σα να λύγισε αλλά τελικά πραγματοποίησε την επιθυμία της ασθενούς κι έκανε το ίδιο ακριβώς στο «τέτοιο» της. Ο σκίουρος μετά από μεγάλη προσπάθεια και σθεναρή αντίσταση χάθηκε στο σκοτάδι της. Ο Τόμμυ βρεγμένος από ιδρώτα, δάκρυα κι ένα πιο μπεζ υγρό που ξεπετάχτηκε ξάφνου από τη μέση του όταν χτυπούσε τα κορίτσια, με κοίταζε σαστισμένος. Εγώ του χαμογέλασα, διαβεβαιώνοντάς τον πως δε το βρίσκω καθόλου «μικρό». Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που έβλεπα τέτοιου είδους «μαξιλαράκι». Καλύτερα να μη το γράψετε αυτό, δε θα ’θελα, καταλαβαίνετε. Αν τα παιδιά μάθαιναν κάτι θα μ’ έκαναν να αισθάνομαι μάλλον άβολα γύρω από το θέμα. Αυτό να λέγεται! Μια δεύτερη μπουνιά προσγειώθηκε με δύναμη στο πρόσωπο της Πέγκυ. Εγώ έμπηξα τα …γέλια. Το βρήκα εξαιρετικά διασκεδαστικό, σαν μια μεγαλειώδης επανάληψη. Την αποτέλειωσε. Μετά μ’ έπιασε με δύναμη απ’ τα μαλλιά και τρέξαμε μαζί στην αποθήκη. Δυο-τρία βήματα πιο κει του έπεσε το τζόκεϊ απ’ το κεφάλι. Του φώναξα να το πάρει από κάτω. «Πιάσ’ το αγάπη μου, πιάσ’ το!» Σαν να μη μ’ άκουγε… Το μαξιλαράκι του είχε πια χαθεί όταν φτάσατε εσείς. Δεν γνωρίζω τίποτα άλλο. Αν ήξερα θα έλεγα κι άλλα. Αυτό να λέγεται! Ο Τόμμυ είναι γλύκας. Όταν γελάει, γελάει ο κόσμος όλος. Αυτό να το γράψετε όπως ακριβώς το είπα και να του το μεταφέρετε, παρακαλώ. Όταν τον δείτε. Θα τον δείτε; Αν τον δείτε να του δώσετε πίσω το τζόκεϊ. Κράτησα μονάχα μερικές τρίχες από μέσα, δικές του, έτσι για ενθύμιο. Του το φύλαξα εγώ η ίδια, όταν μ’ άφησε μόνη, μετά τις φωτιές στις ουρές των ζώων που κρέμονταν απ’ τα κορίτσια. Τι κρίμα που κάηκαν ως πάνω, τι ωραία που φώλιαζαν στα σπλάχνα των αδερφών μου. Τώρα δεν υπάρχουν πουθενά. Έγιναν στάχτη! Όλα. Φαίνονταν τόσο ευτυχισμένοι έτσι ακίνητοι και χορτάτοι καθώς εκείνος τους ξέθαβε απ’ την κουφάλα για να θεραπεύσει τις άλλες. Λυπάμαι! Πρέπει να σας αφήσω, θέλω να προλάβω το τελευταίο φως στα φύλλα του δέντρου. Εκεί που μαζευόμαστε όλη η παρέα το σούρουπο. Δεν θέλω ν’ αργήσω, με περιμένουν! Με περιμένουν πάντα τέτοια ώρα, πριν ο ήλιος σβήσει… Ξανά.