Λε(μόνη)

Μαΐου 29, 2010

Πρόσωπα: Κα Μι

Εσωτερικό διαμερίσματος. Ακούγονται ποδοβολητά και νεανικές φωνές από κάποιους που μόλις φύγαν από το διαμέρισμα. Στον χώρο υπάρχει μία λεκάνη με ρούχα, ανακατεμένα. Μπαίνει η κα Μι, φοράει ρόμπα και παντόφλες. Βλέπει την λεκάνη και αρχίζει να διπλώνει τα ρούχα.

Η κα Μι:     Από μικρά με ρωτούσαν. Γιατί το ένα, γιατί το άλλο; Γιατί είναι στρογγυλός ο ήλιος; Γιατί κλαίς; Τι θα φάμε σήμερα; Τι είναι αυτό; Τελικά γεννιόμαστε μόνοι για να πεθάνουμε μόνοι; Εάν τα δίδυμα αδέλφια είναι πιο ευτυχισμένα που γεννιούνται μαζί… Εάν πεθαίνουν μαζί τα δίδυμα αδέλφια…Τι μέρα είναι; Πολλές φορές οι ερωτήσεις τους μπερδεύονται με τις δικές μου σκέψεις και στο τέλος δεν είμαι σίγουρη εάν ρωτάνε οι φωνούλες τους ή εγώ… Ή μετά σκέφτομαι ότι οι φωνούλες τους είναι στην πραγματικότητα οι φωνούλες οι δικές μου. (Αφήνει στην άκρη τα ρούχα, σηκώνεται, βγάζει ένα πακέτο τσιγάρα από τη ρόμπα, είναι άδειο) Μου τελειώνουν τα τσιγάρα και βαριέμαι να πάω να πάρω, κάνει κρύο, δεν θέλω να βγω έξω, όταν βγαίνω έξω δεν θέλω να βγαίνω απεριποίητη, μερικές φορές μου αρέσω απεριποίητη, αλλά όταν μου τελειώνουν τα τσιγάρα δεν θέλω να βγω να πάρω γιατί είμαι απεριποίητη. Η αγαπημένη μου μέρα είναι η Πέμπτη και κάθε Πέμπτη του κρύβω κάτι για να έρθει να με βρει να μου το ζητήσει (από την ρόμπα της βγάζει μία κάλτσα) Έτσι του είμαι απαραίτητη και μ’ αρέσει.  (παύση).Πετυχαίνει σχεδόν πάντα, αλλά αυτήν την Πέμπτη δεν ήρθε να μου ζητήσει τίποτα, γι αυτό τώρα που τους άκουσα να κατεβαίνουν ήρθα να πάρω κάτι ακόμα για να έρθει επιτέλους να με ρωτήσει. Μα γιατί δεν ήρθε; (Επιστρέφει στα ρούχα, βάζει μία ακόμα κάλτσα στην τσέπη της) Όλο τους λέω ότι είμαι μόνη και δεν έρχονται να με δουν, και μετά τους λέω να έρθουν για φαγητό και κουβαλιούνται να φάνε. Ετοιμάζω κάτι λίγο ή κάτι πολύ, ανάλογα με τα κέφια, κάτι φανταζέ και εξωτικό, κάτι ελληνικό, σαλάτες, τυριά, τοστάκια, πατάτες τηγανητές, ψιλοκομμένες και τραγανές, μακαρόνια βραστά, σκέτα, κοφτά, αυτά που είναι σαν κοχύλι…Δεν έχει σημασία τι φτιάχνω, σημασία έχει να τους το πλασάρω ωραία για να έρθουν.  Τους παίρνω ένα τηλέφωνο και τσουπ κατεβαίνουν. Είναι όλα τους καλά παιδιά. Αλλά χάνονται κάπου- κάπου. Ε και κάπως θέλω να τα βοηθάω. Και μένα μ’ έχουν βοηθήσει πολύ. Έχω παρέα στο τραπέζι, μια στο τόσο, έχω κάποιον να κλαφτώ, έχω σε κάποιον να προσφέρω, και είμαι πιο σίγουρη από οτιδήποτε άλλο ότι θέλω να προσφέρω και η αγαπημένη μου μέρα είναι η Πέμπτη. Και σήμερα είναι Κυριακή. Έχουν 2 Πέμπτες να ρθουν να με δουν, κάτι πρέπει να τους μαγειρέψω σύντομα, για να ρθουν να με δουν. (παύση) Την πρώτη φορά που ο μικρός με ρώτησε «γιατί μαμά?» ήταν Κυριακή και δύο μέρες από τότε που βγήκε εκείνο το γάλα σε μια διαφήμιση και ρωτούσε το ίδιο ακριβώς με τεράστια γλυκανάλατα γράμματα «γιατί μαμά?»…  Τον έπιασα από το κεφάλι, του χάϊδεψα τα μαγουλάκια, τον κοίταξα στα μάτια και του είπα με αργή και σταθερή φωνή, απ’ αυτή που χρησιμοποιώ όταν αυτό που θα πώ θέλω να το προσέξει ο απέναντι μου: «Δεν έχω ιδέα. Όλα συμβαίνουν για κάποιον ανεξήγητο λόγο. Και δεν χρειάζεται να απαντάμε σε όλα με σιγουριά». Τη δεύτερη φορά που με ρώτησε του απάντησα ένα γρήγορο και κοφτό «Δεν ξέρω». Δεν ξαναρώτησε τίποτα. Κατάλαβε ότι δεν είχα απαντήσεις στα γιατί του. Ε, και του είχα πει, πώς όταν κάνει και αυτός παιδί θα καταλάβει καλύτερα, έτσι μου χε πει και μένα η μάνα μου και είχε κλείσει το θέμα… Κάτι να τους φτιάξω σήμερα, να έρθουν κάτω να φάμε, δε μ’ αρέσει να τρώω μόνη, τι να τους φτιάξω σήμερα; Σουφλέ, πατάτες τηγανητές, φράουλες, μακαρόνι κοφτό, μηλόπιτα, γεμιστά, παστίτσιο, φρουτοσαλάτα, κολοκυθόσουπα… 

Η κα Μι κάνει να φύγει, επιστρέφει, παίρνει τη λεκάνη με όλα τα διπλωμένα πλέον ρούχα, βάζει μέσα και τις δύο κάλτσες που είχε πάρει, φεύγει. 

Κα Μι:         Κι αν έχουν φάει, κάτι να έχω να έρθει να το ζητήσει, κάτι να καταλάβει ότι λείπει, θα του πώ ότι πέσαν από το μπαλκόνι και τα μάζεψα, θα τα σιδερώσω κι όλας, προλαβαίνω…

Choco-Κάπα

Μαΐου 29, 2010

Πρόσωπα: Ταμείας, Άνδρας

Βενζινάδικο Εθνικής Οδού, 3 το πρωϊ. Ένας άνδρας ψάχνει μανιωδώς τα ράφια. Λίγο μετά μπαίνει μέσα ένας άλλος άνδρας (ταμείας), ο οποίος σκουπίζει κάπου τα χέρια του και το πρόσωπό του και προχωράει πίσω από το ταμείο.

Α:      Σοκολάτες έχεις;                                                                                                   

Τ:           Μπα. Έχω κάτι μπισκότα που μασουλάω εδώ… Θέλετε;                                         

Α:        Με σοκολάτα;                                                                                                    

Τ:     Κάτι κομματάκια ναι. Πάρτε (του προσφέρει).                                                                  

A:    Δεν είναι σκέτη σοκολάτα.                                                                               

Τ:       Ναι, σας είπα είναι μπισκότα.                                                                                  

Α:      Eίναι ανοιχτό το κουτί.                                                                                         

Τ:        Ε ναι, αφού έτρωγα .                                                                                                

Α:       Δε θέλω από τα ανοιχτά, σιχαίνομαι…                                                              

Τ:       Αυτά έχω… Θέλετε κάτι άλλο;                                                                                        

Ο άνδρας φαίνεται αδύναμος, προσπαθεί να κρατηθεί όρθιος.                                                   

Τ:      Είστε καλά κύριε; Που θέλετε να  πάτε; (παύση) Τι κάνετε στην εθνική τέτοια ώρα;  (παύση)  Με τα πόδια είστε;                                                                                            

Α:           Θέλω σοκολάτα. Έχεις σοκολάτες;

Τ:  Σας είπα, όχι… Εάν θέλετε να πάρετε κάποιο τηλέφωνο, να έρθουν να σας πάρουν ίσως (του δίνει το ακουστικό)                                                                               

Α:      Με πήραν τηλέφωνο στη μία. Μέχρι τότε δεν ήξερα τίποτα, δε μου λειπε τίποτα. Ένοιωθα τα μάτια μου να κλείνουν και το μυαλό μου να σταματάει να λειτουργεί όπως κάθε βράδυ, ήθελα λίγα λεπτά ακόμα για να ξεχαστώ για πέντε ώρες και δέκα λεπτά, πριν ξυπνήσω για να φάω ένα αυγό μελάτο, να πιω καφέ, να κάνω δύο τσιγάρα και να μάθω τα λόγια μου. Μετά χτύπησε το τηλέφωνο… (παύση) Να πάω να βρω μια σοκολάτα, γρήγορα. Μήπως έχετε σοκολάτα;                                            

Τ:      Δεν σας καταλαβαίνω, έχω και δουλειά, θα πρέπει να…                                      

Α: Η φιγούρα του ήταν τρομακτική. Δεν πρόλαβα να συνειδητοποιήσω εάν ήταν άνθρωπος ή ζώο. Τα 220 χιλιόμετρα γίναν απότομα 20, φρέναρα, είδα το πρόσωπο του πάνω στο τζάμι του αυτοκινήτου μου, μετά μηδέν, απότομα, άφησε λίγο αίμα και μία δυνατή φωνή. Μου επιτέθηκε. Σαν να χε ελατήριο στο στομάχι του, εκτοξεύτηκε, έφυγε, δεν είδα τίποτα, το πρόσωπό του μόνο έχει καρφωθεί στο μυαλό μου και η μάλλινη βρώμικη κάπα του που άφησε σημάδια στο αυτοκίνητο μου και λίγο αίμα και μία κραυγή…                                                                                                                           

Τ:      Που έγινε αυτό, εδώ κοντά? Να καλέσω την…                                                  

Α:    … Έκανα στην άκρη, τον έψαξα, ο δρόμος ήταν άδειος, δεν ήταν πουθενά.  Άφησα το αυτοκίνητο και άρχισα να τρέχω. Φώναζα, δε θυμάμαι τι, φώναζα. Έτρεχα πιο γρήγορα από πριν, σταμάτησα όταν είδα φώς, κουλουριάστηκα, νόμιζα ότι ερχόταν πάνω μου, ήταν η εκδίκησή του που με πλησίαζε, τυφλώθηκα, αφέθηκα, δεν ήταν εκδίκηση, ήταν παράδεισος, είχα πεθάνει και ήμουν στον παράδεισο. Είδα τον παππού μου να φτιάχνει σοκολάτες, πήγα να τον αγκαλιάσω, πόσο πολύ το λαχταρούσα… (παύση) Κάποιος πέρασε βρίζοντας, γέλαγε και έβριζε, απ΄ το παράθυρο πέταξε ένα κομμάτι στόμα που έβριζε πάνω στα μούτρα μου. Σηκώθηκα, άρχισα πάλι να τρέχω, στα χέρια μου βλέπω σοκολάτα, τα κουνάω να τα φέρω στο στόμα να τα γλύψω, δεν κουνιούνται. Ακούω δέκα κραυγές τα δάχτυλά μου, γεμάτα σοκολάτα, ζεστή, με καίει, αλλά δε μπορώ να κάνω τίποτα για να τη φτάσω. Το στόμα μου λαχταράει ένα μικρό κομμάτι γεύση, τρέχω προς το αυτοκίνητό μου, να προλάβω να φύγω, να τον βρώ, τον άνθρωπο με τη βρώμικη κάπα… (παύση) Δεν ήταν άνθρωπος, ήταν ζώο… Ότι κι αν ήταν εγώ ήμουν χειρότερος, εγώ τον σκότωσα, όχι δεν τον σκότωσα, αφού δεν τον βρίσκω, δεν είναι πουθενά, σαν ελατήριο έφυγε, δεν υπήρξε ποτέ, ήταν η φαντασία μου, όπως ο παππούς, ο παππούς έχει πεθάνει, αυτός πώς… Αλλά τον είδα, τον είδα στ’ αλήθεια, ήταν σιχαμένος και βρώμικος. Ότι κι’ αν ήταν εγώ είμαι χειρότερος από αυτόν, το αυτοκίνητό μου, πουθενά, τρέχω, φοβάμαι, τα πόδια μου δεν τα νοιώθω, αλλά τρέχω, να βρω μία σοκολάτα…

Ο άνδρας χάνει τις αισθήσεις του, ακούγονται σειρήνες περιπολικών.

Makeover

Μαΐου 29, 2010

Πρόσωπα: Ελένη (20), παππούς Ελένης

Μικρό, ακατάστατο διαμέρισμα με κλειστά παράθυρα και λίγο φώς, ανοιχτή τηλεόραση. Ο παππούς κάθεται σε ένα αναπηρικό καροτσάκι, ακίνητος, με το βλέμμα κενό και κολλημένο στην τηλεόραση. Η Ελένη ξαπλωμένη μπρούμυτα στο κρεβάτι, σερφάρει στο internet και παράλληλα μιλάει στο τηλέφωνο.

Ελένη (στο τηλέφωνο): Σε καμιά ώρα… Μη το σκέφτεσαι καθόλου μαμάκα μου, μην αγχώνεσαι, άστα όλα πάνω μου… Μια χαρά είναι, τι να κάνει, βλέπει τηλεόραση… Μισό ποτηράκι κρασί, στις 6.30, ok… Ναι, ναι, θα τον προσέχω… Τα λέμε από κοντά, bye…

Η Ελένη σηκώνεται απότομα, κλείνει την τηλεόραση και στέκεται μπροστά στον παππού.

Ελένη (στον παππού):    Η κορούλα σου ήταν, θ’ αργήσει καμιά ώρα.  Δεν πειράζει, ε;…Μια χαρά θα περάσουμε τα δυο μας… Είναι και η ώρα του κρασιού. Ξέρεις κάτι, θα πιω κι’ εγώ ένα ποτηράκι μαζί σου σήμερα. Τρελό κέφι θα κάνουμε!

Ο παππούς εξακολουθεί να έχει το βλέμμα καρφωμένο στην τηλεόραση. Η Ελένη του φέρνει μισό ποτήρι κρασί, κρατάει και ένα δικό της και βάζει δυνατά μουσική, τραγουδάει,  χορεύει επιδεικτικά ανάμεσα στην τηλεόραση και τον παππού.

Ελένη:        Γεια μας!

Τσουγκρίζει το ποτήρι της με του παππού. Ο παππούς με αργές κινήσεις παίρνει το ποτήρι του και πίνει λίγο. Το φτύνει αμέσως, αδύναμα. Πάει κάτι να πει, καταλαβαίνουμε ότι δε μπορεί να μιλήσει.

Ελένη:     Τι, δε σ’ αρέσει; Έλα-έλα, πιες λίγο ακόμα… (Παίρνει το ποτήρι του και τον αναγκάζει να πιει. Ο παππούς προσπαθεί να αντισταθεί, χωρίς αποτέλεσμα) Έλα ρε παππού δε σ’ αρέσει το …κρασάκι, γιατί; (Του κρατάει το κεφάλι, τον κοιτάζει κατάματα.) Ούτε εμένα μ’ άρεσε. Αλλά με είχες βάλει να το πιω όλο. Δε θυμάσαι; Ένα ολόκληρο ποτήρι ξύδι. Η γιαγιά σχεδόν έκλαιγε και εσύ γελούσες. Ξέρεις τι είχες πει; «Αν δε μάθει τώρα, δε θα μάθει ποτέ!». Έμαθα από τα 8 μου ότι το κρασί είναι ξύδι. Εσύ μου το μαθες. (κοιτάζει το ρολόι της)  Ωχ, πέρασε η ώρα. Μη φύγεις, έρχομαι. (Ο παππούς μένει με το ίδιο κενό βλέμμα, η Ελένη επιστρέφει, κάθεται δίπλα του, ανοίγει ένα νεσεσέρ με καλλυντικά και αρχίζει να τον βάφει.) Θα σε κάνω κούκλο, να σε δει η κόρη σου να σε καμαρώσει (ο παππούς κουνάει λίγο το κεφάλι του, αλλά δεν έχει δύναμη να αντισταθεί). Έλα μωρέ, σταμάτα να κουνιέσαι, μη κάνεις σαν μικρό παιδί. Σου πάει πολύ το κόκκινο, σου τονίζει τα χειλάκια. Σαν εκείνο το κόκκινο φόρεμα που μου φορούσες κάθε Κυριακή που με πήγαινες στο καφενείο να με καμαρώσουν οι φίλοι σου… Με τα κρασιά σας και τα ξύδια σας, οι μεγαλομπεκρήδες του χωριού και εγώ το αξεσουάρ σου, να μη βγω να παίξω, «γιατί θα λερωθείς», να ρθω να σου δώσω ένα φιλάκι, «για να μου φέρεις γούρι», να κάτσω στη γωνία, γιατί «έχασα πάλι». Έλα να σου δώσω ένα φιλάκι (τον φιλάει στο μέτωπο). Να σε δώ! Κούκλος είσαι, καμάρι μου! (φέρνει μια τουνίκ και του τη φοράει). Της γιαγιάς, το κοκκινάκι, το αγαπημένο σου. Κάτσε να σε βγάλω μια φωτογραφία (τον βγάζει). Τέλεια! Θα την ανεβάσω και στο facebook (ετοιμάζεται να φύγει). Πω, πω, να έμενα να δω τη φάτσα της μόλις μπει. πρώτη Κυριακή που περνάμε τα δυο μας, θα της μείνει αξέχαστη. Και σε αυτήν και σε μένα και σε σένα δηλαδή… Αλήθεια, η μνήμη σου λειτουργεί; (παύση) Κάτσε να σου φέρω έναν καθρέφτη να δεις τι ωραίο που σε κανα! (στήνει έναν καθρέπτη μπροστά του, του κρύβει την τηλεόραση, δυναμώνει ακόμα περισσότερο τη μουσική). Λοιπόν, την κάνω τώρα, ανυπομονώ να με πάρει τηλέφωνο να μου τα ψάλει. (του «φτιάχνει» τις τελευταίες λεπτομέρειες) (χτυπάει το τηλέφωνό της). Τι σου λέω και σένα τώρα… Θα κλειδώσω μην ανησυχείς. (φεύγει, κλειδώνει την πόρτα, απαντάει στο τηλέφωνο). Έλα ρε συ, έχω πήξει, τώρα ξεμπέρδεψα…