Το παπγιόν

Νοέμβριος 25, 2007

2010
Άντρας ετών 85, Γυναίκα ετών 75

Ένα σαλόνι
(Η γυναίκα κάθεται πάνω σ’ ένα μπαούλο. Ο άντρας στέκεται μπροστά κρατώντας ένα νυφικό).
Άντρας: Σήκω.
Γυναίκα: Όχι!
Άντρας: Σειρά μου είναι.
Γυναίκα: Όχι γιατί έκλεψες.
Άντρας: Αν δε σηκωθείς αμέσως, δεν ξαναπαίζω.
Γυναίκα: Είπαμε, δεν παίζουμε με ρούχα από το γάμο. Είναι κανόνας.
Άντρας: Εντάξει.
Γυναίκα: Εντάξει, αλλά εσύ δεν το σέβεσαι. Ποτέ δε σέβεσαι τους κανόνες.
Άντρας: Νομίζεις πως μας παίρνει να μιλάμε για κανόνες;
Γυναίκα: Α! Δε μας παίρνει. Εντάξει.
(Ανοίγει το μπαούλο και βγάζει ένα παπγιόν)
Γυναίκα: Τι έχεις να πεις γι’ αυτό;
(Ο άντρας πετάει κάτω το νυφικό και φεύγει)

1990
Άντρας 65, Γυναίκα 55

Το ίδιο σαλόνι.
Άντρας (Κρατάει ένα παπγιόν): Εγώ αυτό το πράγμα δεν το φοράω.
Γυναίκα: Την κόρη σου παντρεύεις. Δεν είναι σωστό. Έλα. (προσπαθεί να του το φορέσει)
Άντρας: Παράτα με. Παπγιόν και μαλακίες. Δεν είμαι υπάλληλός σου. Δεν ξαναφοράω αυτή τη μαλακία ποτέ!
Γυναίκα: Μα δεν θα το φορέσεις για μένα, για την κόρη σου θα το βάλεις. Μη γίνεσαι παιδί. Άντε θ’ αργήσουμε. Ο γαμπρός περιμένει.
Άντρας: Ας περιμένει κι αυτός ο μαλάκας. Μια ζωή θα την έχει.
Γυναίκα: Μη μιλάς έτσι. Έλα φόρεσέ το.
(Προσπαθεί να του το βάλει. Εκείνος πνίγεται.)
Άντρας: Παράτα με σου λέω!
(χτυπάει το τηλέφωνο)
Άντρας: Τηλέφωνο.
Γυναίκα (το πιάνει): Ναι…η ίδια…τι;;;
Άντρας: Τι έγινε;
Γυναίκα: Το παιδί… με το αυτοκίνητο…
(Λιποθυμάει. Το παπγιόν πέφτει στο πάτωμα.)

1970
Άντρας 45, Γυναίκα 35

Ένα γραφείο
(Η γυναίκα είναι σκυμμένη και γράφει. Μπαίνει ο άντρας.)
Γυναίκα (χωρίς να σηκώσει το κεφάλι): Καθίστε.
Άντρας: Ξέρετε ήρθα για…
Γυναίκα: Περιμένετε.
Άντρας: Δεν καταλάβατε είμαι για τη θέση του…
Γυναίκα: Μάλιστα κύριε, σας είπα να περιμένετε.
(Ο άντρας κάθεται αμήχανα.)
Γυναίκα (χωρίς να σηκώσει κεφάλι): Δώστε μου το βιογραφικό.
(Ο άντρας της το δίνει.)
Γυναίκα: Πολιτικός μηχανικός, μάλιστα, αλλά δε βλέπω πείρα.
Άντρας: Ναι… ξέρετε, είχα κάποια προβλήματα… λόγω των καταστάσεων…
Γυναίκα (τον κοιτάει): Των πολιτικών;…
Άντρας: Ορίστε;
Γυναίκα: Θα δω τι μπορώ να κάνω.
(Παύση. Ο άντρας και η γυναίκα κοιτάζονται. Ο άντρας την πλησιάζει. Πάει να της αγγίξει το πρόσωπο. Η γυναίκα μένει λίγο και ύστερα τραβιέται απότομα.)
Γυναίκα: …Αλλά αν είναι να δουλέψετε σε μας, θα πρέπει να κουρευτείτε. (Ο άντρας πάει να φύγει.) Και να ξέρετε, σ’ αυτήν την εταιρεία όλοι οι άντρες φοράνε παπγιόν. (Ο άντρας χαμογελάει) Γιατί χαμογελάτε;
Άντρας: Νομίζω έχουμε ξανακάνει αυτή τη συζήτηση.

1950
Άντρας 25, Γυναίκα 15

Λιμάνι Πειραιά
(Η γυναίκα κάθεται σ’ ένα παγκάκι και κοιτάζει κομμάτι ύφασμα που κάποτε ήταν παπγιόν. Ύστερα βγάζει από την τσάντα της ένα χαρτί. Περιεργάζεται τον χώρο. Το λιμάνι είναι έρημο. Ο άντρας μπαίνει καπνίζοντας. Τη βλέπει. Στέκεται λίγο. Ύστερα προχωράει.)
Γυναίκα (σηκώνεται): Συγνώμη…
Άντρας: Εμένα λέτε;
Γυναίκα: Ναι.
Άντρας: Τι;
Γυναίκα: Ψάχνω αυτή τη διεύθυνση.
Άντρας: Για να δω.
(Η γυναίκα του δίνει το χαρτί.)
Γυναίκα: Που είναι;
Άντρας: Τρία στενά από δω. Έμενα κι εγώ εκεί κάποτε, αλλά τώρα δε μένει κανείς. Τα γκρεμίσανε. (Βλέπει το παπγιόν) Τι είναι αυτό;
Γυναίκα: Ήταν του πατέρα μου….
Άντρας: Και τι περιμένεις να βρεις μ’ αυτό το κουρέλι; (γελάει) Περιμένετε! Έρχομαι. (φεύγει τρέχοντας)
Γυναίκα: Ήταν του πατέρα μου, ηλίθιε.
(Η γυναίκα κοιτάζει το χαρτί και το παπγιόν. Ύστερα βγαίνει)

1930
Μητέρα Γ, Μητέρα Α

Σε προσφυγική γειτονιά του Πειραιά.
(Η Μητέρα του άντρα κρατάει ένα παιδί (τον άντρα) στην αγκαλιά, δίπλα της η μητέρα της γυναίκας.)
Μητέρα Α (Μαρία): Πήγαινε να παίξεις. (Το παιδί φεύγει.) Λοιπόν, τι θα κάνεις;
Μητέρα Γυναίκας (Γιωργίτσα): Θα γυρίσω στο νησί.
Μητέρα Α: Και τι θα κάνεις εκεί πέρα μονάχη σου;
Μητέρα Γ: Μήπως εδώ έχω ζωή;
Μητέρα Α: Κάνε κουράγιο.
Μητέρα Γ: Για ποιον; Εσύ τουλάχιστον έχεις κάτι.
Μητέρα Α: Το παιδί λες; Ναι, κάτι μου άφησε να τον θυμάμαι.
Μητέρα Γ: Μη μιλάς έτσι. Ότι κάνανε για μας το κάνανε. Κι ο δικός σου κι ο δικός μου. Τι να πω κι εγώ. Εμείς ούτε παιδί δεν προλάβαμε. Ανάθεμά τους.
Μητέρα Α: Ήθελε κότσια να μιλήσουν έτσι στη δίκη. Αλλά τι να το κάνεις. Πάει η ζωή τους τζάμπα. Μη φύγεις.
Μητέρα Γ: Για μένα τέλειωσε πια.
Μητέρα Α: Νέα είσαι ακόμη. Θα τη φτιάξεις τη ζωή σου.
Μητέρα Γ: Έχει καράβι το απόγευμα. Να μου φιλήσεις το μικρό. Που ξέρεις μπορεί να ξανασμίξουμε. (Σηκώνεται να φύγει.)
Μητέρα Α: Γιωργίτσα!
Μητέρα Γ: Τι;
Μητέρα Α (Της δίνει ένα στραπατσαρισμένο παπγιόν): Την ώρα που τον πέρνανε… μαζί με τον δικό μου, μου είπε να στο δώσω.

1910
Μητέρα Α, Μητέρα Γ

Γειτονιά στη Σμύρνη
(Η Μητέρα Γ τραγουδάει.)
Μητέρα Γ: Υποψία να μην έχεις / Ότι πως δε σ’ αγαπώ / Κι εγώ χάνομαι για σένα / Μια ώρα αν δε σε δω.
Μητέρα Α: Σταμάτα μαρή το τραγούδι.
Μητέρα Γ: Γιατί;
Μητέρα Α: Για θα σε πάρει χαμπάρι ο πατέρας σου και χάθηκες.
Μητέρα Γ: Άστον τον πατέρα μου, κάνει δουλειές στο λιμάνι. Τον είδες που με κοίταζε;
Μητέρα Α: Ποιον να ιδώ;
Μητέρα Γ: Το Γιωργάκη.
Μητέρα Α: Από που σε κοίταζε;
Μητέρα Γ: Από τον καφενέ. Μαρία. Θα κλεφτούμε! Μου το ‘πε.
Μητέρα Α: Άμα σου βγει το όνομα. Κανείς δε θα σε παίρνει.
Μητέρα Γ: Και γιατί να μου βγει τ’ όνομα;
Μητέρα Α: Αφού τραγουδάς στους μαχαλάδες.
Μητέρα Γ: Γι’ αυτόν τραγουδάω. Τον είδες τι εύμορφος που είναι;
Μητέρα Α: Κι αυτή η προπέλα που φορεί στο λαιμό, τι είναι;
Μητέρα Γ: Παπγιόν τη λένε. Την ήφερε από το Παρίσι. Εκεί σπούδασε. Δικηγόρος.
Μητέρα Α: Κύριε ελέησον! Αυτός, για να ‘ναι κύριος, θα πνιχτεί κυρά μου.
Μητέρα Γ: Ιιιι!!! Πάμε! Βλέπω τον πατέρα μου.
(Οι δυο κοπέλες φεύγουν)

Advertisements

Το κορδόνι

Νοέμβριος 25, 2007

Σε μια κλινική
(Ο Πατέρας κάθεται σε μια κουνιστή πολυθρόνα και κοιτάζει προς τα έξω, μπαίνει ο Γιος.)

Γιος: Ήρθα.
Πατέρας (μουρμουρίζει ένα τραγούδι)
Γιος: Μη κάνεις ότι δεν ακούς. Όταν σου μιλάω να με κοιτάς.
Πατέρας (γυρίζει και τον κοιτάζει): Η μάνα σου πως τα έκανε τα γεμιστά, με κιμά ή με ρύζι;
Γιος: Κόφτο. Σήμερα δεν τη γλιτώνεις.
Πατέρας: Εγώ πάντως θυμάμαι ότι τα έκανε με ρύζι κι εσύ χτυπήσου όσο θες.
Γιος (βγάζει από την τσέπη του ένα κορδόνι): Το βλέπεις αυτό; Σε τίποτα δεν το ‘χω.
Πατέρας: Αυτό το παιδί πάντα γυρνούσε με λυμένα τα κορδόνια. Κωλόπαιδο. Ευτυχώς που δεν σ’ έσπειρα εγώ. (γελάει)
Γιος: Τον αριθμό.
Πατέρας: Σκύβεις και τα δένεις. Σιγά το πράγμα. Άχρηστος.
Γιος (σκουπίζει τον ιδρώτα του): Η Μαρούσκα πριν πεθάνει σου έδωσε έναν αριθμό θυρίδας… Έλα πατέρα. Τη θυρίδα με τα κοσμήματα που της χάριζες. Αυτή εκεί που είναι τι να τα κάνει. Εγώ τα χρειάζομαι.
Πατέρας: Δε θα μου πεις εσύ πως μαγειρεύονται τα γεμιστά. Νοσοκόμαα!!!!
Γιος: Θα σε σκοτώσω! (τεντώνει το κορδόνι και πηγαίνει προς το μέρος του)
Πατέρας (φωνάζει): Νοσοκόμα!!!!
(Μπαίνει η νοσοκόμα. Ο Γιος κρύβει το κορδόνι)
Πατέρας (πολύ ήρεμα κοιτάζοντας τον Γιο): Εσύ πως φτιάχνεις τα γεμιστά;
Νοσοκόμα: Με ρύζι παππού, με ρύζι.
(Τον βάζει σ’ ένα καροτσάκι. Η νοσοκόμα φταρνίζεται)
Πατέρας (Στη νοσοκόμα): Να σου πω έναν αριθμό; Έλα σκύψε. (της ψιθυρίζει κάτι)

Σκοτάδι

Translated into English