Το καπέλο

Οκτώβριος 4, 2007

Σκηνή 1η

Χειμώνας. Νύχτα. Στο δωμάτιο του γραφείου, στο σπίτι του άντρα. Στη μία γωνία υπάρχει ένα ξύλινο αλογάκι. Πάνω του ένα αγόρι, 12-13 χρονών. Δίπλα στο αλογάκι στο πάτωμα βρίσκεται ένα καπέλο. Ο άντρας, μεσήλικας, βρίσκεται σε περισυλλογή. Προσπαθεί να γράψει ένα ποίημα.
Άντρας: Αργούν οι νύχτες… (σβήνει, γράφει, σκέφτεται)
Το αγοράκι αρχίζει να λικνίζεται πάνω στο άλογο.

Άντρας: Χρόνια… αιώνες… (σβήνει, γράφει, σκέφτεται)
Το αγοράκι αρχίζει να σιγομουρμουρίζει ένα νανούρισμα. Στην αρχή δεν ακούγεται καθαρά, αλλά όσο πάει ξεκαθαρίζουν οι λέξεις.

Παιδί: Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά / έλα πάρε και τούτο / μικρό μικρό σου τό δωκα / μεγάλο φέρε μου το.
Ο άντρας ταράζεται. Κοιτάζει το παιδί.
Άντρας: (σχεδόν ψιθυριστά) Σταμάτα…
Το παιδί συνεχίζει πιο δυνατά.
Άντρας: (πιο δυνατά) Σταμάτα…
Το παιδί τον αγνοεί.
Άντρας: (φωνάζει) Σταμάτα είπα…
Το παιδί σταματάει και το τραγούδι και το λίκνισμα. Σηκώνει τα μάτια και κοιτάζει τον άντρα. Ο άντρας ξαναγυρνά στο γράψιμο, πιο ανήσυχος τώρα.
Άντρας: Πόσες στιγμές έχουν περάσει από τότε, πόσοι αιώνες…
Το παιδί ξεκινά πάλι να λικνίζεται στο αλογάκι.
Άντρας: Κυκλώνες … κυκλώνες θέρισαν τ’ αστέρια του νοτιά…
Το παιδί αρχίζει πάλι να σιγομουρμουρίζει.
Άντρας: Έμεινε μόνο η σκοτεινιά…
Το παιδί τραγουδάει πιο δυνατά. Ο άντρας σηκώνεται και χτυπά θυμωμένος τα χέρια του στο γραφείο. Το παιδί μένει ακίνητο. Γυρίζει και τον κοιτάζει. Ακόμα πιο ανήσυχος, ξανακάθεται και συνεχίζει να σβήνει και να γράφει. Το παιδί ξαναρχίζει το λίκνισμα. Ο άντρας σηκώνεται και αρχίζει να πηγαινοέρχεται στο δωμάτιο κρατώντας το φύλλο χαρτί στα χέρια και μουρμουρίζοντας. Αρχίζει να διαβάζει δυνατά το ποίημα που έγραψε. Το παιδί αρχίζει ξανά το τραγούδι. Οι δύο ακούγονται ταυτόχρονα αυξάνοντας ολοένα την ένταση της φωνής.

Παιδί: Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
έλα πάρε και τούτο
μικρό μικρό σου τό ‘δωκα
μεγάλο φέρε μου το.
Άντρας: Πόσες στιγμές έχουν περάσει από τότε
πόσοι αιώνες
κυκλώνες θέρισαν τ’ αστέρια του νοτιά
έμεινε μόνο η σκοτεινιά
και μιαν ανάλγητη ζωή
χοή στο σάπιο χώμα του χειμώνα.
Μαύρισαν τ’ άνθη του λειμώνα
έκαψε η γλώσσα το στρατί
γιατί … ουρλιάζει σβήνοντας το γιόμα
γιατί ξυπνάω ακόμα;

Μόλις τελειώνει το ποίημα, ο άντρας λιποθυμά. Το παιδί σταματά το τραγούδι και το λίκνισμα. Σηκώνει το καπέλο από το πάτωμα δίπλα του και το φορά.
Σκοτάδι.

Σκηνή 2η

Στο ίδιο δωμάτιο. Στο ξύλινο αλογάκι κάθεται ο άντρας και λικνίζεται, σιγοτραγουδώντας το νανούρισμα. Το καπέλο βρίσκεται στο πάτωμα δίπλα του. Ένας άλλος άντρας, λίγο μεγαλύτερος σε ηλικία, στέκεται όρθιος στο κέντρο του δωματίου και τον παρατηρεί.
Άντρας 2: (σε ήρεμο τόνο) Όμορφο το τραγούδι σου… Ποιος σου το έμαθε; (παύση)
Ο πρώτος άντρας συνεχίζει χωρίς να του δώσει καμία σημασία.

Άντρας 2: Θυμάμαι τη μητέρα μου να μου λέει τέτοια τραγούδια όταν ήμουν μικρός. (παύση) Εσύ θυμάσαι καθόλου τη μητέρα σου; (παύση)
Ο πρώτος άντρας σταματά για λίγα δευτερόλεπτα, χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει. Μετά συνεχίζει όπως πριν.

Άντρας 2: Συνήθως μου τραγουδούσε όταν ο πατέρας μου με μάλωνε.
Ο πρώτος άντρας μένει ακίνητος και βουβός.
Άντρας 2: Με μάλωνε συχνά θυμάμαι ο πατέρας μου. Μερικές φορές ήταν πολύ σκληρός…
Τον πρώτο άντρα τον πιάνει κρίση. Αρχίζει να φωνάζει και να κάνει σαν υστερικός. Πέφτει στο πάτωμα και επαναλαμβάνει τρομοκρατημένος.
Άντρας 1: Δεν φταίω εγώ, δεν φταίω, δεν φταίω…
Ο δεύτερος άντρας προσπαθεί να τον ηρεμήσει. Μπαίνει στο δωμάτιο μια νεαρή γυναίκα.
Άντρας 2: Φέρτε μου σας παρακαλώ την τσάντα μου. Την άφησα στο χωλ.
Η γυναίκα τρέχει και φέρνει τη τσάντα. Ο δεύτερος άντρας βγάζει και κάνει μια ένεση στον πρώτο. Αυτός ηρεμεί. Παίρνει το καπέλο στα χέρια του. Επαναλαμβάνει παραπονεμένα
Άντρας 1: Δεν φταίω εγώ, δεν φταίω, δεν φταίω…
Σε όλη την υπόλοιπη σκηνή μένει κουλουριασμένος στο πάτωμα, σε εμβρυακή στάση, κρατώντας σφιχτά το καπέλο μπροστά στο πρόσωπό του.
Άντρας 2: Πότε άρχισε αυτή η συμπεριφορά;
Γυναίκα: Πριν ένα χρόνο περίπου. Λίγο μετά… Ξέρετε…
Άντρας 2: Ναι, ξέρω…
Γυναίκα: Φαίνεται δεν άντεξε το σοκ τελικά…
Άντρας 2: Έτσι φαίνεται… (παύση) Υπάρχει κάπου το ιστορικό;
Γυναίκα: Ναι, μισό λεπτό να το φέρω. (Βγαίνει από το δωμάτιο και σε λίγο ξαναμπαίνει κρατώντας έναν χοντρό φάκελο.) Εδώ είναι…
Ο δεύτερος άντρας ανοίγει τον φάκελο και ξεφυλλίζει τα χαρτιά. Βρίσκει μια φωτογραφία και τη δείχνει στη γυναίκα.
Άντρας 2: Αυτός με το καπέλο είναι;
Γυναίκα: (δείχνει στη φωτογραφία) Ναι αυτός μπροστά του… Είναι από το ταξίδι στην Αμερική… Μόλις είχαν επιστρέψει όταν συνέβη…
Άντρας 2: (βάζει τη φωτογραφία στον φάκελο και τον κλείνει) Καλά… Θα τα κοιτάξω αργότερα…
Γυναίκα: Θα τον πάρετε;
Άντρας 2: Ναι. Είναι απαραίτητο πλέον… Θα κανονίσω να έρθουν να τον παραλάβουν σήμερα κιόλας…
Γυναίκα: Κρίμα… Τέτοιο μυαλό…
Βγαίνουν απ’ το δωμάτιο.
Σκοτάδι.

Σκηνή 3η

Στο ίδιο δωμάτιο, η γυναίκα και ο πρώτος άντρας, φανερά ευδιάθετοι. Ο άντρας είναι απορροφημένος με τα βιβλία του. Η γυναίκα ανοίγει το παράθυρο.
Γυναίκα: Τι ωραία μέρα σήμερα!
Μπαίνει ηλιακό φως.
Γυναίκα: Διαβάσατε τις εφημερίδες; Το γράφουν όλες…
Άντρας: Μμμμ; Α… όχι, όχι ακόμα…
Γυναίκα: Σας άξιζε το βραβείο λένε. Γιατί, παρότι συνέβη, εσείς αποδείξατε τη δύναμη του ανθρώπου. Κι αυτή η δύναμη πλημμυρίζει το έργο σας. Ο θρίαμβος της ζωής! Έτσι γράφουν…
Άντρας: (κρυφογελάει) Ναι ε; Και τι ξέρουν αυτοί;…
Γυναίκα: Ε, κάτι θα ξέρουν. Δεν έχουν κι άδικο… (παύση)
Ο άντρας σιγοσφυρίζει έναν σκοπό.

Γυναίκα: Που το θυμηθήκατε αυτό;
Άντρας: Ποιο; Α… Δεν ξέρω, μου έχει κολλήσει απ’ το πρωί… Κάπου θα το άκουσα φαίνεται.
Γυναίκα: Δεν το θυμάστε ε; Το τραγουδούσατε στον μικρό πριν κοιμηθεί. Πόσα χρόνια έχω να το ακούσω…
Ο άντρας ταράζεται αλλά προσπαθεί να το κρύψει.
Γυναίκα: Δέκα χρόνια… ναι, ναι… δέκα χρόνια… Πώς περνάνε τα χρόνια ε; (παύση) Ω, τι μ’ έπιασε τώρα; Περασμένα ξεχασμένα, έτσι; (παύση) Έτσι;
Άντρας: Ναι, ναι, έτσι…
Γυναίκα: Έτσι βέβαια… Λοιπόν, πάω εγώ να τελειώσω με τις εκκρεμότητες. Το απόγευμα θα ξανάρθω να κοιτάξουμε τις τελευταίες λεπτομέρειες. Αύριο θα είναι μεγάλη η μέρα. Καλύτερα να τα έχουμε τελειώσει όλα σήμερα. Εντάξει;
Άντρας: Εντάξει…
Γυναίκα: Εεε, τι κατσουφιάσατε; Το μεγαλύτερό σας όνειρο γίνεται επιτέλους πραγματικότητα. Θα έπρεπε να πετάτε απ’ τη χαρά σας!
Άντρας: Ναι, ναι, βέβαια… Πετάω! (παύση)
Γυναίκα: (βγαίνοντας) Τι ωραία μέρα σήμερα…!
Σκοτεινιάζει. Ο άντρας ελέγχει το ημερολόγιο. Αρχίζει να ανοιγοκλείνει τα ντουλάπια ψάχνοντας. Βρίσκει κάπου το καπέλο. Το σφίγγει στα χέρια του. Σκοτεινιάζει κι άλλο. Εμφανίζεται το αγόρι όρθιο. Κοιτάζονται στα μάτια.
Άντρας: Συγγνώμη…

Α Υ Λ Α Ι Α

Η πανοπλία

Οκτώβριος 4, 2007

Σκηνή 1 – 2010 – εκείνος 80 ετών, εκείνη 70
Άδεια σκηνή. Μια πανοπλία στον τοίχο.
Ο παππούς περπατά δύσκολα και σε κάθε βήμα επαναλαμβάνει με παράπονο
Άντρας: Δεν μπορώ…
Κάνει ένα βήμα
Άντρας: Δεν μπορώ…
Κάνει ένα βήμα
Άντρας: Δεν μπορώ…
Η γιαγιά δεν μιλά, απλά τον συνοδεύει αλά μπρατσέτα.
Σκοτάδι.
Σκηνή 2 – 1990 – εκείνος 60 ετών, εκείνη 50
Ίδιος χώρος. Έχει προστεθεί μια κρεβατοκάμαρα.
Γυναίκα: Τι θέλεις επιτέλους; Μου ’χεις φάει τα συκώτια με τη γκρίνια.
Άντρας: Να φύγεις θέλω. Να με παρατήσεις στην ησυχία μου. Βαρέθηκα.
Γυναίκα: Θα σε παρατήσω βρε. Να πεθάνεις μαγκούφης εδώ μέσα και να μην το καταλάβει κανείς. Να σε βρουν από τη μπόχα.
Άντρας: Αμ δεν θα σου κάνω τη χάρη. Εγώ δεν θα πεθάνω ποτέ. Θα ζήσω για πάντα και θα παλεύω μ’ ανεμόμυλους. Έτσι για να σ’ εκνευρίζω.
Γυναίκα: Ναι, η πανοπλία σου ’λειπε μόνο τρομάρα σου. Αλλά έτσι ήσουν πάντα, ονειροπαρμένος.
Άντρας: «Καληνύχτα, καληνύχτα. Αυτή η πίκρα του χωρισμού έχει μια γλύκα τόση, που καληνύχτα θα σου λέω μέχρι να ξημερώσει».
Γυναίκα: Άντε βρε, Ρωμαίε της δεκάρας, κλείσε το φως να κοιμηθούμε.
Σκοτάδι.

Σκηνή 3 – 1970 – εκείνος 40 ετών, εκείνη 30
Ίδιος χώρος. Ο άντρας ξαπλωμένος, η γυναίκα γονατιστή δίπλα του.
Γυναίκα: Όλα θα πάνε καλά. Αυτό ήταν. Πέρασε. Μη φοβάσαι τίποτα.
Άντρας: Δεν φοβάμαι.
Γυναίκα: Εγώ φοβήθηκα. Πολύ. Ότι θα μ’ αφήσεις μόνη.
Άντρας: Εγώ; Ποτέ. Στο υποσχέθηκα, θυμάσαι; «Εμείς δεν θα πεθάνουμε μαζί, θα ζήσουμε μαζί». Κι ένας ιππότης δεν αθετεί ποτέ τον λόγο του.
Γυναίκα: Πότε θα σταματήσεις να κυνηγάς ανεμόμυλους;
Σκοτάδι.

Σκηνή 4 – 1950 – εκείνος 20 ετών, εκείνη 10
Άδειος χώρος.
Το κοριτσάκι κουλουριασμένο στο πάτωμα με σκισμένα ρούχα. Το αγόρι μπαίνει τρέχοντας σαν κυνηγημένο.
Αγόρι: Μη φωνάξεις. Σε παρακαλώ. Δεν θα σε πειράξω. (παύση) Πώς σε λένε; (παύση) Με φοβάσαι;
Το κορίτσι γνέφει αρνητικά.
Αγόρι: Τότε γιατί δεν μου λες τ’ όνομά σου; (παύση) Καλά, αφού δεν θέλεις μη μου λες. (παύση) Μόνη σου είσαι εδώ;
Το κορίτσι γνέφει καταφατικά.
Αγόρι: Οι γονείς σου που είναι; (μεγάλη παύση) Μη φοβάσαι. Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;
Το κορίτσι γνέφει αρνητικά.
Αγόρι: Είμαι ένας ιππότης.
Κορίτσι: Ιππότης;
Αγόρι: Ναι.
Κορίτσι: Και που είναι η πανοπλία σου;
Αγόρι: Την έχω κρύψει για να μην με καταλάβουν οι εχθροί.
Κορίτσι: Αυτοί σε κυνηγούσαν;
Αγόρι: Ναι, για να με εμποδίσουν να σε βρω. Δεν ξέρω αν το ξέρεις, αλλά στην πραγματικότητα είσαι μια μικρή πριγκίπισσα που έχει χαθεί και στο βασίλειό σου σε ψάχνουν. Με ’στειλαν να σε σώσω.
Κορίτσι: Εγώ; Πριγκίπισσα;
Αγόρι: Εσύ, ναι. Τι; Δεν με πιστεύεις; Ένας ιππότης δεν λέει ποτέ ψέματα. Στις προσταγές σου κυρά μου.
Σκοτάδι.

Το σκουφί

Οκτώβριος 4, 2007

Σκηνή 1η
Ημίφως.
Σε ένα παγκάκι του δρόμου κάθονται μια γυναίκα κι ένας άντρας.

Γυναίκα: Ταξιδεύετε μόνος;
Άντρας γνέφει καταφατικά.
Γυναίκα: Κι εγώ. (μεγάλη παύση) Δεν είναι κουραστικό;
Άντρας γνέφει καταφατικά.
Γυναίκα: Έτσι νομίζω κι εγώ. (μεγάλη παύση) Λοιπόν, όπως φαίνεται δύο είναι οι λύσεις: ή θα εγκαταλείψουμε το ταξίδι ή θα συνεχίσουμε παρέα, δεν νομίζετε;
Άντρας: Δεν φοβάστε;
Γυναίκα: Πώς, φοβάμαι, αλλά ένας άνθρωπος πρέπει να ξεπερνά τους φόβους του, δεν νομίζετε; Έτσι έλεγε πάντα ο μπαμπάς.
Άντρας: Έτσι έλεγε.
Γυναίκα: Λοιπόν; τι λες; συνεχίζουμε;
Ο άντρας σηκώνεται και βγάζει τον σκούφο του.
Σκοτάδι.

Σκηνή 2η – (5 λεπτά αργότερα)
Σκοτάδι.
Ακούγεται μια κραυγή.
Μια λάμπα του δρόμου φωτίζεται.
Από κάτω στέκεται ο άντρας.
Ένας δεύτερος άντρας έρχεται τρέχοντας και σταματά μπροστά στον πρώτο.

Άντρας 2: Γιατί το έκανες αυτό;
Άντρας 1: Δεν άντεχα άλλο το σκοτάδι.
Ο δεύτερος άντρας βγάζει τον σκούφο του και παίρνει θέση δίπλα στον πρώτο άντρα.
Άντρας 2: Και τώρα;
Άντρας 1: Περιμένουμε την πληρωμή.
Σκοτάδι.

Σκηνή 3η – (1 χρόνο μετά)
Κάτω από την αναμμένη λάμπα ο δεύτερος άντρας με τον σκούφο στο κεφάλι του.
Ο πρώτος άντρας και η γυναίκα κάθονται στο παγκάκι, με τον σκούφο του άντρα ανάμεσά τους.

Άντρας 1: Εδώ δεν ήταν;
Άντρας 2: Εδώ.
Γυναίκα: Εδώ.
Άντρας 1: Σε αυτό ακριβώς το σημείο. Καθόλου δεν έχει αλλάξει…
Άντρας 2: Που είναι η πληρωμή;
Άντρας 1: Χτες δεν ήταν;
Άντρας 2: Χτες.
Γυναίκα: Σαν χτες.
Άντρας 1: Σαν χτες. Σαν αύριο. Τίποτα δεν έχει αλλάξει…
Άντρας 2: Που είναι η πληρωμή;
Άντρας 1: Δεν φταίω εγώ, με εξαπάτησαν.
Γυναίκα: Κι εμένα. Δεν φοβόμαστε όμως πια, έτσι δεν είναι;
Άντρας 1: Όχι, εγώ όχι. (παύση) Μόνο…
Άντρας 2: Το σκοτάδι…
Σκοτάδι.