H κουκούλα

Ιανουαρίου 23, 2008

ΠΡΟΣΩΠΑ: ο ΣΑΜ, η ΤΖΕΪΝ και ο ΠΩΛ

(Πανεπιστημιούπολη-Βιρτζίνια, στον κήπο. Η ΤΖΕΪΝ είναι καθισμένη και έχει τα μάτια κλειστά. Φοράει φούτερ και το κεφάλι της είναι καλυμένο με την κουκούλα. Στη διπλανή καρέκλα κάθεται ο ΣΑΜ και παίζει κιθάρα. Μπαίνει ο ΠΩΛ.)

ΠΩΛ: Τι μουχλιάζετε εδώ πέρα; Πάμε. (επιτακτικά)
ΣΑΜ: Σςς.
ΠΩΛ: Γιατί, ρε; Κοιμάται;
(Με μια απότομη κίνηση ο ΠΩΛ προσπαθεί να τραβήξει την καρέκλα της ΤΖΕΪΝ.)
ΠΩΛ: Ξύπνα! Έφερες τα βιβλία που σου είπα;
(Η ΤΖΕΪΝ ανοίγει τα μάτια και σηκώνεται όρθια. Μοιάζει να απευθύνεται στον ΠΩΛ.)
ΤΖΕΪΝ: Το αίμα μου βάφει τα χέρια σας! Κοιτάχτε το!
ΠΩΛ: (στη ΤΖΕΪΝ) Τι λές;
ΤΖΕΪΝ: Τα βλέμματά σας με καρφώνουν γεμάτα περιφρόνηση. Τα χείλια σας κροταλίζουν χλευασμό και βρισιές. Τα δόντια σας στάζουν δικό μου αίμα!
ΠΩΛ: (στον ΣΑΜ) Ήπιε κάτι;
ΤΖΕΪΝ: Με βάλατε στη γωνία. H απόφαση ήταν δική σας. Μόνο δική σας. Εσείς αποφασίσατε! Ο χλευασμός γέννησε το μίσος μου. Τώρα θα εκδικηθώ!
ΠΩΛ: (στον ΣΑΜ) Πλάκα μου κάνετε;
ΣΑΜ: Μη τη διακόπτεις. Ποίημα λέει.
ΤΖΕΪΝ: Καμιά διέξοδος. Τώρα το τέλος. Τώρα έχετε αίμα στα χέρια σας.
ΠΩΛ: (στον ΣΑΜ) Καλά, αυτό τώρα είναι ποίημα; Σαν να τάπαιξε μου φαίνεται εμένα. (στη ΤΖΕΪΝ) Τζέιν; Τι συμβαίνει;
ΤΖΕΪΝ: Τώρα έρχεται η εκδίκηση. Αυτή είναι η θυσία που θα δώσει δύναμη σε όλους τους ανυπεράσπιστους, σε όλους τους φοβισμένους. Εσάς! Ολες οι γενιές θα φωτίζονται από το θάνατο μου. Στους αιώνες.
ΠΩΛ: (στον ΣΑΜ) Είναι σαν υπνωτισμένη. Δεν το βλέπεις; Νομίζει ότι μιλάει σε … δε ξέρω. Μοιάζει σαν …
ΣΑΜ: (στον ΠΩΛ) Υπνωτισμένη; Βούλωστο λίγο τότε. Θέλω ν’ ακούσω τι λέει… (στη ΤΖΕΪΝ) Ποιος είσαι; Τι κάνεις εδώ;
ΠΩΛ: (στον ΣΑΜ) Αποκλείεται. Είναι στον κόσμο της. Μοιάζει με…
ΤΖΕΪΝ: Ανυπεράσπιστοι όλου του κόσμου. Εν ονόματι σας, θα εκδικηθώ χύνοντας το αίμα των βασανιστών μου!
ΠΩΛ: Ο Τσο Κβάι! Μιλάει σαν τον Τσο Κβάι.
ΣΑΜ: Ποιον;
ΠΩΛ: Αυτός είναι! Ο ψυχάκιας!
ΤΖΕΪΝ: Όλες οι γενιές θα φωτίζονται από το θάνατο μου.
ΣΑΜ: Ο ψυχάκιας;
ΠΩΛ: Ο ανώμαλος! Εκεί απέναντι. Το βλέπεις; Εκεί τους καθάρισε και μετά αυτοκτόνησε.
ΣΑΜ: Ο Τσο, αυτός που καθάρισε τους τριαντατρείς;
ΠΩΛ: (στον ΣΑΜ) Δέκα λεπτά νωρίτερα, αν είχα πάει στη πτέρυγα Α, τώρα θα μούφερνες λουλούδια στο τάφο μου.
ΣΑΜ: Α, μπα. Σ’ αυτή τη περίπτωση, δεν θα γνωριζόμασταν καθόλου.
ΠΩΛ: Δεν είναι αστείο.
ΣΑΜ: Καλά.
ΠΩΛ: Δεν ήσουνα εδώ τότε εσύ. Δεν ξέρεις τι ήταν αυτό που έγινε.
ΣΑΜ: Είχα δει το video που έστειλε στη τηλεόραση. Ο κόσμος όλος, δηλαδή. Μετά το μακελειό. Μια μέρα μετά.
ΤΖΕΪΝ: Θα εκδικηθώ χύνοντας τώρα το αίμα των δολοφόνων μου!
ΣΑΜ: Αυτά έλεγε στο video! Ακριβώς αυτά. Το θυμάμαι τώρα… Η Τζέιν όμως…;
ΤΖΕΪΝ: Δολοφόνοι! Μια σφαίρα για τη κάθε γρατζουνιά μου, η πληρωμή σας!
ΠΩΛ: (στη ΤΖΕΪΝ) Παλιομπάσταρδε! Βρωμιάρη. Σκατόφατσα του κερατά.
ΣΑΜ: Τι σ’ έπιασε; Η Τζέιν είναι! Δε ξέρω τι συμβαίνει, αλλά σίγουρα είναι η Τζέιν.
ΠΩΛ: Τον βλέπω στον ύπνο μου, τον μπάσταρδο. Κάθε τρείς και λίγο. Με ματωμένο κεφάλι.
ΣΑΜ: Τον ήξερες! Έτσι δεν είναι;
ΠΩΛ: Του σπάσαμε τη μούρη. Του τη είχαμε στημένη. Βράδυ ήταν, πίσω απ’ το γυμναστήριο. Βγήκε αμέριμνος, ο σκατοκιτρινιάρης, με τη γελοία τη φάτσα του και τον σπάσαμε στο ξύλο. Κλαψούριζε σα σκυλί…
ΣΑΜ: Α, μάλιστα! Με το δίκιο του λοιπόν πάει να σου κόψει τη χολή τώρα! (γελάει)
ΠΩΛ: Άμα τον είχα μπροστά μου τώρα…
ΤΖΕΪΝ: Δολοφόνοι! Το αίμα μου βάφει τα χέρια σας.
ΣΑΜ: Δεν μπορώ να καταλάβω. Εγώ καθόμουν εδώ, με τη κιθάρα, κι έψαχνα μελωδίες. Η Τζέιν καθόταν εκεί που τη βρήκες, ήσυχα κι ωραία, κι έψαχνε στιχάκια. Τώρα που το φέρνω στο μυαλό μου, είχε καρφωμένο το βλέμμα της εκεί απέναντι, κάπως επίμονα…
ΠΩΛ: Η πτέρυγα Α είναι εκεί απέναντι. Σου το είπα.
ΣΑΜ: Μετά ήταν που ξαφνικά τράβηξε την κουκούλα της και σκέπασε το κεφάλι. Λίγο υπερβολικό, αλλά μερικές φορές η Τζέιν, όταν καθόμαστε να γράψουμε το παθαίνει αυτό. Νοιώθει σαν να κρυώνει. Πάντως σίγουρα καθόταν ήσυχα κι αθόρυβα, μέχρι που μπήκες εσύ. Μόλις σε είδε, άρχισε να λέει αυτά που λέει τώρα.
ΤΖΕΪΝ: Αυτή είναι η θυσία, που θα σας φωτίζει στους αιώνες!
ΣΑΜ: Λοιπόν, αυτό είναι! (παύση) Κάτι μου λέει πως η λύση… (παύση) Αυτό είναι! Η κουκούλα!
(Προσεκτικά πλησιάζει τη ΤΖΕΪΝ. Μετά τραβάει την κουκούλα της και της τη βγάζει. Η ΤΖΕΪΝ λιποθυμάει.)
ΣΑΜ: Τζέιν; (στον ΠΩΛ) Πήγαινε να φωνάξεις γιατρό.
ΠΩΛ: Γιατρό; Περίμενε και θα δείς τώρα εσύ, Τσό Κβάι!
(Ο ΠΩΛ τη χαστουκίζει. Η ΤΖΕΪΝ συνέρχεται.)
ΣΑΜ: (στη ΤΖΕΪΝ) Είσαι καλά;
ΤΖΕΪΝ: Γιατί είμαι έτσι, εδώ κάτω;
ΣΑΜ: Μείνε καλύτερα ακίνητη, για λίγο.
ΤΖΕΪΝ: Το μάγουλό μου τσούζει. Και το κεφάλι μου πάει να σπάσει.
ΠΩΛ: (στον ΣΑΜ) Πες της.
ΣΑΜ: Τζέιν. Δε θυμάσαι τίποτα;
ΠΩΛ: Πες της τι έγινε.
ΤΖΕΪΝ: Τι έγινε;

Advertisements