H ληγούρα

Μαΐου 29, 2010

άντρας       έχω μια λιγούρα έλεγε και με έστελνε στην άλλη άκρη της πόλης να της φέρω τα αγαπημένα της γλυκά…και έπιανε με τα τρεμουλιαστά χέρια της τα μπακλαβαδάκια, εκεί, ξαπλωμένη στο κρεβάτι και τα σιρόπια έτρεχαν στο ζαρωμένο της πρόσωπο, στο σαγόνι της, στα μάγουλα της, στο σεντόνι, παντού…και η νοσοκόμα γκρίνιαζε…α εσύ έλειπες, εσύ δεν είδες γέρο να τρώει με τέτοια βουλιμία, εγώ ήμουν εδώ…και αυτή η λιγούρα την έπιανε κάθε φορά που ερχόμουν, κάθε φορά που μ’ έβλεπε και εγώ…και εγώ σιχαινόμουν να τη βλέπω να κάνει έτσι, αλλά δεν έλεγα τίποτα

γυναίκα      Δε με θυμόταν, εσένα μόνο θυμόταν

άντρας       να την πηγαίνω περίπατο, να της παίρνω τα ψώνια, να της κρατάω συντροφιά και να νιώθω και εγώ γέρος μαζί της, μιλούσα για το παρελθόν σαν να είμαι και εγώ γέρος, έτσι κάναμε, έτσι ανακουφιζόταν και ηρεμούσε και αυτό κάθε μέρα, κάθε μέρα τα ίδια

γυναίκα      Εσένα μόνο θυμόταν, έλεγε το όνομα σου, το δικό μου ποτέ

άντρας       μέχρι και τα μαλλιά της χτένιζα και μου έλεγε ιστορίες πως ο παππούς την χτένιζε όταν ήταν μικρή στο ποτάμι και της έπλεκε κοτσίδα τα μαλλιά, κάθε φορά που τη χτένιζα ν’ ακούω την ίδια ιστορία

Παύση

γυναίκα      Ηρθα μια μέρα, εσύ δεν ήσουν εδώ και την είδα να με κοιτά με γουρλωμένα μάτια και να με ρωτάει ποια είμαι, και εγώ, δεν ξέρω τι με έπιασε και δεν της είπα πως είμαι η κόρη της

Παύση

άντρας       Ηθελα να πεθάνει

γυναίκα      Τί;

άντρας       Μ’ άκουσες, ήθελα να πεθάνει

Παύση

γυναίκα      Όταν ήμουν μικρή και άκουγα ιστορίες για τα αδέρφια του πατέρα και πως τσακώθηκαν για τα περιουσιακά, μου φαινόταν απίστευτο, εμείς ήμασταν πολύ κοντά

άντρας       Πότε;

γυναίκα      Μέχρι να μεγαλώσουμε, ήμασταν δεν ήμασταν;

άντρας       Και σε ένα μήνα; Οταν θα ανοιχτεί η διαθήκη;

γυναίκα      Πάνε χρόνια που έχει αλλάξει η σχέση μας

άντρας       Ναι, θα’ ταν λίγο περίεργο να μαλώνουμε ακόμη για το ποιος θα κάνει περισσότερες κωλοτούμπες στο νερό

γυναίκα      Εσύ έκανες

άντρας       Δεν το παραδεχόσουν

γυναίκα      Οχι

άντρας       Ηθελα να πεθάνει

γυναίκα      Μου το πες…δεν είναι και λίγα αυτά που θα αφήσει

άντρας       Που μου άφησε

γυναίκα      Αυτό δεν το ξέρουμε ακόμη

Παύση

γυναίκα      Δεν έπρεπε να της παίρνεις γλυκά, με τόσο ζάχαρο, την καλόπιανες χωρίς να σε νοιάζει πως αυτή η λιγούρα της, όπως έλεγε, θα της στοίχιζε τη ζωή

Μεγάλη παύση

άντρας       Εσύ έλειπες, εγώ ήμουν εδώ

γυναίκα      Εσύ έλειπες! Εγώ ήμουν εδώ. Μ’ έβαζε και κατέβαζα τις τουαλέτες της και μ’ έβαζε να τις δοκιμάζω. Ολες. Δεν ήθελε να μου τις δώσει ήθελε να τις θυμηθεί, αυτό έκανε

άντρας       Και εγώ της τις κατέβαζα

γυναίκα      Και τις φόραγε;

άντρας       Εβαζε τη νοσοκόμα

γυναίκα      Πάλι καλά

άντρας       Είναι πολύ ωραία μέρα σήμερα, νιώθω πολύ χαρούμενος, αυτός ο καιρός μου φτιάχνει τη διάθεση

γυναίκα      Ο καιρός;

Παύση

γυναίκα      Σε ποιον λες να έχει αφήσει το σπίτι;

άντρας       Σ’ αυτόν που τη φρόντιζε

γυναίκα      Ημουν κάθε μέρα εδώ

άντρας       Και εγώ

γυναίκα      Δεν συναντηθήκαμε ποτέ, δε σε είδα ποτέ

άντρας       Ούτε εγώ

Παύση

άντρας       Τη μέρα που πέθανε μ’ έστειλε πάλι να της πάρω γλυκά, σα να’ ταν η τελευταία της επιθυμία και όταν της τα έφερα τα άδειασε κάτω και είπε πως ποτέ της δεν έτρωγε τέτοια

γυναίκα      Λένε πως οι μελλοθάνατοι λαχταρούν έντονα μια γεύση λίγο πριν πεθάνουν και πως

άντρας       Δεν ήξερε πως θα πεθάνει

γυναίκα      Της το είπα εγώ

άντρας       Πότε;

γυναίκα      Τη μέρα που της είπα πως δεν είμαι η κόρη της, τότε

άντρας       Και εκείνη τί έκανε;

γυναίκα      Μ’ άρπαξε από το μπράτσο, ανασηκώθηκε, ακριβώς όπως κάνουν στις ταινίες και με έστειλε να της πάρω πάστες, αυτό ήθελε, σιχαινόταν τα σιροπιαστά, έτσι μου είπε και εγώ είπα πως θα βγω να της πάρω αλλά δε γύρισα. Εγώ δεν της έπαιρνα γλυκά, δεν ήθελα να πεθάνει

Advertisements

To σάλι

Μαΐου 29, 2010

Σε μία στάση λεωφορείου τέσσερις γυναίκες. Μια ηλικιωμένη, δύο μεσήλικες και μια κοπέλα. Στη στάση υπάρχει μια τεράστια αφίσα με μια κοπέλα που φορά μόνο εσώρουχα και ένα σάλι.

 

κοπέλα                 Ωραίο ε;

μεσήλικας1                   Συγνώμη;

κοπέλα                 Το σάλι. Μ’ αρέσει. Ωραίο χρώμα, ωραίο σχέδιο

μεσήλικας1                   Δεν το πρόσεξα

Παύση

κοπέλα                 Ποτέ δεν έρχεται στην ώρα του. Τι να κάνει κανείς; Παρατηρώ αυτή την αφίσα κάθε μέρα

μεσήλικας1         Α ναι;

Μεγάλη παύση

ηλικιωμένη          Με συγχωρείτε…μπερδεύτηκα…λίγο

μεσήλικας1         Μπερδευτήκατε;

ηλικιωμένη          Ναι…θέλω να πάω εκεί…εκεί που πηγαίνω κάθε μέρα, ξέχασα ποιο λεωφορείο πρέπει να πάρω    

κοπέλα                 Πού θέλετε να πάτε;

μεσήλικας1         Δεν ξέρει, δεν τη βλέπεις,;

ηλικιωμένη          Δεν ξέρω! Πώς δεν ξέρω…το λεωφορείο δε θυμάμαι, είναι τόσα πολλά

μεσήλικας2         Μην ανησυχείς γιαγιά θα

ηλικιωμένη          Δεν είμαι η γιαγιά σου! (Παύση) Δεν είσαι Ελληνίδα ε; Σε ξέρω εγώ, σ’ έχω δει…γεμίσαμε με δαύτους

κοπέλα                 Γεμίσαμε; Εμείς; Ποιοι;

μεσήλικας1         Όχι εσείς, εμείς. Δίκιο έχει. Οι δρόμοι γεμάτοι, τα λεωφορεία γεμάτα, όπου και να πας…(στη μεσήλικα2) Δεν ήρθαμε εμείς στη χώρα σας, να σας ενοχλήσουμε, ήρθαμε;

μεσήλικας2         Από εδώ είμαι και εγώ

μεσήλικας1         (στην ηλικιωμένη) Μη δίνετε σημασία, δε θέλουν ούτε καν να το παραδεχτούν, πάνε και αλλάζουν τα ονόματα τους, το ξέρετε;

μεσήλικας2         Δεν καταλαβαίνω τι λέτε, εγώ

μεσήλικας1         Μιλάω πολύ γρήγορα για σας; Δεν τα έχετε μάθει καλά φαίνεται

μεσήλικας2         Μα τι λέτε;

μεσήλικας1         Εγώ; Τίποτα, το λεωφορείο περιμένω, το λεωφορείο του κράτους μου, που έχει φτιαχτεί για τους νόμιμους πολίτες αυτής της χώρας…

Μεγάλη παύση

κοπέλα                 Θα σας πήγαινε

μεσήλίκας1         Τι;

κοπέλα                 Στην κυρία μιλάω, θα σας πήγαινε πολύ το σάλι. Ταιριάζει με τα μάτια σας…

μεσήλικας1         Ναι, λες και είχαν και στη χώρα τους εσάρπες.

μεσήλικας2         Μα ποια χώρα μου, τι λέτε επιτέλους;

κοπέλα                 Αυτό δεν είναι εσάρπα. Σάλι είναι!

Παύση

ηλικιωμένη          Από πού είσαι; Είχαμε εμείς, στα νιάτα μας, κάτι μεταξωτές εσάρπες

κοπέλα                 Σάλι είναι! Την ξέρω την κυρία, είναι από εδώ. Εχει το μαγαζάκι με τα αξεσουάρ, στη γωνία. Πολλά χρόνια τώρα. Από τότε που ήμουν παιδί, πήγαινα εκεί

μεσήλικας2         Δεν έχω κανένα μαγαζάκι

κοπέλα                 Α, όχι

μεσήλικας2         Όχι

Παύση

Η ηλικιωμένη δείχνει την αφίσα και ύστερα την κοπέλα

μεσήλικας1         Είστε εσείς!

κοπέλα                 Τϊ;

μεσήλίκας1         Στην αφίσα είστε εσείς, η κοπέλα με το σάλι είστε εσείς, ίδια είστε, τώρα το πρόσεξα

κοπέλα                 Όχι, δεν είμαι εγώ

ηλικιωμένη          Γεμίσαμε με κουνιστές που μας έρχονται από την Ανατολή και πάνε και φωτογραφίζονται τσίτσιδες

μεσήλικας2         Δεν είναι τσίτσιδες!

κοπέλα                 Μα δεν είμαι εγώ

μεσήλικας1         (Ψιθυριστά στην ηλικιωμένη) Τις βλέπω κάθε μέρα, και τις δύο, κάνουν πως δε γνωρίζονται, μα είναι από την ίδια χώρα, το ξέρω…εγώ είμαι εδώ και πηγαίνω κάθε μέρα στον τάφο του άντρα μου…στο πρώτο…σήμερα γιόρταζε…γιορτάζαμε την ίδια μέρα

ηλικιωμένη          Εκεί! Εκεί θέλω να πάω και εγώ…ναι γιόρταζε σήμερα και εγώ γιορτάζω σήμερα!

μεσήλικας1         Α

Μεγάλη παύση

μεσήλικας2         (στην κοπέλα) Πού με ξέρεις; Με ξέρεις; Δεν είμαι από εδώ, απ’ αυτή τη γειτονιά εννοώ… πήγαινα επίσκεψη στην κόρη μου, είχα πολύ καιρό να τη δω, αν δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό, η κόρη μου δουλεύει εδώ, έχει ένα μαγαζάκι με αξεσουάρ, στη γωνία, δίπλα στη στάση

κοπέλα                 Και εγώ τέτοιο μαγαζάκι έχω και το έχω εκεί ακριβώς

μεσήλικας2         Α

Μεγάλη παύση

ηλικιωμένη          Τα βρήκαν οι δύο τους

μεσήλικας1         Ετσι κάνουν αυτοί, είναι ενωμένοι, ενωμένοι εναντίον μας

ηλικιωμένη          Εναντίον μας; Κινδυνεύουμε; Εμείς κοιμόμασταν παλιά με τα παντζούρια ανοιχτά και τώρα ήρθαν αυτοί… Να πάτε πίσω στη χώρα σας, να φύγετε

Μεγάλη παύση

μεσήλικας2         Ηρέμησε γιαγιά

ηλικιωμένη          Δεν είμαι η γιαγιά σου

μεσήλικας2         (στην κοπέλα) Ηθελα να δει και τη γιαγιά μου, η μάνα μου δε ζει, το ήθελα πάρα πολύ, όσο είναι καιρός, μα μάλλον ήταν λάθος μου να τη βγάλω έξω

κοπέλα                 Τη γιαγιά σας; Πουν’ τη

μεσήλικας1         Επιτέλους, (στην ηλικιωμένη), νατο το λεωφορείο ήρθε, το λεωφορείο μας λέω

Η μεσήλικας 1 και η κοπέλα ετοιμάζονται ν’ ανέβουν στο λεωφορείο και η ηλικιωμένη σαστισμένη

δίνει το χέρι της στη μεσήλικα 2, που τη χαϊδεύει στα μαλλιά, της ρίχνει ένα σάλι στην πλάτη,  που

βγάζει από την τσάντα της,  και κάθονται στη στάση.