O σκούφος

Μαΐου 29, 2010

Α        Δεν μ’ αρέσει εδώ.

Β        Λογικό είναι. Ξεχνάς που βρισκόμαστε;

Α        Δηλαδή έτσι θα είμαστε;

Β        Ναι.

Α        Φοβάμαι.

Β        Δεν πρέπει, δεν θα κρατήσει πολύ.

Α        Πόσο;

Β        Υπολόγισε. Είμαστε εδώ τρεις μήνες.

Α        Πόσο θέλουμε ακόμα;

Β        Δεν ξέρω ακριβώς.

Α        Και μετά τι;

Β        Μετά θα βγούμε στο φως.

Α        Φοβάμαι το φως. Δεν το γνωρίζω,… τελικά ίσως είναι καλύτερα εδώ.

Β        Μη φοβάσαι. Όταν βγούμε από δω δεν θα είμαστε μόνοι μας.

Α        Αλήθεια;

Β        Ναι.

Α        Που το ξέρεις;

Β        Το ξέρω. Το έχω ξαναπεράσει. Όταν βγήκα την πρώτη φορά κάποιος με κράταγε αγκαλιά. Μαμά μου έλεγε να τη λέω.

Α        Και; Σε άφησε η μαμά;

Β        Όχι δεν με άφησε. Ή ναι με άφησε. Δεν το ήθελε όμως. Έγινε ξαφνικά. Θυμάμαι ότι άκουσα ένα θόρυβο και μετά έπεσα από την αγκαλιά. Άκουσα τη φωνή της. Και αυτή έπεσε μαζί μου. Δεν ξέρω τι απέγινε.

Α        Γιατί ξαναγύρισες;

Β        Για να ξαναβγώ στο φως.

Α        Και αν ξαναπέσεις;

Β        Δεν θέλω να ξαναπέσω.

Α        Ακούω συνέχεια να μιλούν για αίμα. Τι είναι το αίμα;

Β        Κάτι κόκκινο, που χύνεται. Το έχω δει. Κι εγώ είχα αίματα όταν έπεσα.

Α        Και η μαμά που σε κρατούσε αγκαλιά;

Β        Ναι κι αυτή. Και άλλοι πολλοί. Τώρα που το σκέφτομαι το αίμα είναι ένα κόκκινο πράγμα που τρέχει σαν νερό, αλλά τρέχει από πολλούς μαζί, ταυτόχρονα.

Α        Πόσοι ήσασταν;

Β        Δεν ξέρω. Δεν είχα μάθει να μετράω. Ήμασταν όμως πολλοί. Υπήρχε και φωτιά. Δεν ξέρεις τι είναι η φωτιά ε; Είναι κάτι που καίει, σε λιώνει… Στην αρχή ακούστηκε ένας θόρυβος, δυνατός πολύ.  Μετά πάλι, πιο δυνατός, τρομακτικός. Κι εγώ σαν να ήμουν μέσα του. Μετά, ένιωσα να πετάω. Και  εκεί τελείωσε, δεν θυμάμαι τίποτα άλλο.

Α        Κάτι κακό θα είχε γίνει εκεί έξω. Εδώ τουλάχιστον έχουμε ησυχία.

Β        Κάποιες φορές ακούγονται κι εδώ φωνές ε;

Α        Ναι. Και κάποιες φορές πέφτουμε απότομα. Πονάω τότε. Εσύ;

Β        Κι εγώ.

Α        Πόσος καιρός πάει από τότε;

Β        Εννιά χρόνια νομίζω. Δεν ξέρω να μετράω καλά. Δεν είχα μάθει. Θυμάμαι μία γυναίκα με ωραία στολή, αεροσυνοδός έλεγε η μαμά ότι ήταν. Με χάιδεψε στο κεφάλι. Φορούσα ένα σκούφο που έγραφε Χρόνια πολλά.  Είχα γενέθλια. Γινόμουν ενός έτους. Ήταν Σεπτέμβρης. Μια άλλη αεροσυνοδός ήρθε με μία τούρτα. Δεν πρόλαβα να τη δοκιμάσω. Πέσαμε αμέσως. Δεν ξέρω τι γεύση έχει μία τούρτα.

Ακούγονται τρομακτικοί θόρυβοι και φωνές.

Α        (με τρομαγμένη φωνή) Κοίτα αίμα. Είναι έτσι όπως μου το είπες. Κόκκινο και τρέχει σαν νερό

Β        Δώσε μου το χέρι σου. Μη φοβάσαι έχεις εμένα.

Α        Σσσς κάτι ακούω. Κάποιος φωνάζει στη μαμά…

          Πότε επιτέλους θα σταματήσουν οι φωνές;

Β        Κάποια στιγμή θα κουραστούν και θα σταματήσουν. 

Α        Πονάω. Δεν θέλω άλλο να πονάω. Θέλω να βγω στο φως.

Β        Όταν βγεις με ποιους θα είσαι;

Α        Μ’ αυτούς που δεν πονάνε.

Β        Εγώ θα είμαι με τους άλλους. Δε φοβάμαι το αίμα πια.

Α        Διψάω. Νομίζω ότι το υγρό έχει λιγοστέψει εδώ μέσα ε;

Β        Πρέπει να πίνει νερό. Πολύ νερό. Αυτή όμως κάθεται όλη μέρα στον ήλιο και αυτό δεν μας κάνει καλό.

Α        Λες να μην μας αγαπάει;

Β        Δεν ξέρω. Ίσως να μην υπάρχει σκιά.

Α        Τι υπάρχει τελικά εκεί έξω;

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: