Choco-Κάπα

Μαΐου 29, 2010

Πρόσωπα: Ταμείας, Άνδρας

Βενζινάδικο Εθνικής Οδού, 3 το πρωϊ. Ένας άνδρας ψάχνει μανιωδώς τα ράφια. Λίγο μετά μπαίνει μέσα ένας άλλος άνδρας (ταμείας), ο οποίος σκουπίζει κάπου τα χέρια του και το πρόσωπό του και προχωράει πίσω από το ταμείο.

Α:      Σοκολάτες έχεις;                                                                                                   

Τ:           Μπα. Έχω κάτι μπισκότα που μασουλάω εδώ… Θέλετε;                                         

Α:        Με σοκολάτα;                                                                                                    

Τ:     Κάτι κομματάκια ναι. Πάρτε (του προσφέρει).                                                                  

A:    Δεν είναι σκέτη σοκολάτα.                                                                               

Τ:       Ναι, σας είπα είναι μπισκότα.                                                                                  

Α:      Eίναι ανοιχτό το κουτί.                                                                                         

Τ:        Ε ναι, αφού έτρωγα .                                                                                                

Α:       Δε θέλω από τα ανοιχτά, σιχαίνομαι…                                                              

Τ:       Αυτά έχω… Θέλετε κάτι άλλο;                                                                                        

Ο άνδρας φαίνεται αδύναμος, προσπαθεί να κρατηθεί όρθιος.                                                   

Τ:      Είστε καλά κύριε; Που θέλετε να  πάτε; (παύση) Τι κάνετε στην εθνική τέτοια ώρα;  (παύση)  Με τα πόδια είστε;                                                                                            

Α:           Θέλω σοκολάτα. Έχεις σοκολάτες;

Τ:  Σας είπα, όχι… Εάν θέλετε να πάρετε κάποιο τηλέφωνο, να έρθουν να σας πάρουν ίσως (του δίνει το ακουστικό)                                                                               

Α:      Με πήραν τηλέφωνο στη μία. Μέχρι τότε δεν ήξερα τίποτα, δε μου λειπε τίποτα. Ένοιωθα τα μάτια μου να κλείνουν και το μυαλό μου να σταματάει να λειτουργεί όπως κάθε βράδυ, ήθελα λίγα λεπτά ακόμα για να ξεχαστώ για πέντε ώρες και δέκα λεπτά, πριν ξυπνήσω για να φάω ένα αυγό μελάτο, να πιω καφέ, να κάνω δύο τσιγάρα και να μάθω τα λόγια μου. Μετά χτύπησε το τηλέφωνο… (παύση) Να πάω να βρω μια σοκολάτα, γρήγορα. Μήπως έχετε σοκολάτα;                                            

Τ:      Δεν σας καταλαβαίνω, έχω και δουλειά, θα πρέπει να…                                      

Α: Η φιγούρα του ήταν τρομακτική. Δεν πρόλαβα να συνειδητοποιήσω εάν ήταν άνθρωπος ή ζώο. Τα 220 χιλιόμετρα γίναν απότομα 20, φρέναρα, είδα το πρόσωπο του πάνω στο τζάμι του αυτοκινήτου μου, μετά μηδέν, απότομα, άφησε λίγο αίμα και μία δυνατή φωνή. Μου επιτέθηκε. Σαν να χε ελατήριο στο στομάχι του, εκτοξεύτηκε, έφυγε, δεν είδα τίποτα, το πρόσωπό του μόνο έχει καρφωθεί στο μυαλό μου και η μάλλινη βρώμικη κάπα του που άφησε σημάδια στο αυτοκίνητο μου και λίγο αίμα και μία κραυγή…                                                                                                                           

Τ:      Που έγινε αυτό, εδώ κοντά? Να καλέσω την…                                                  

Α:    … Έκανα στην άκρη, τον έψαξα, ο δρόμος ήταν άδειος, δεν ήταν πουθενά.  Άφησα το αυτοκίνητο και άρχισα να τρέχω. Φώναζα, δε θυμάμαι τι, φώναζα. Έτρεχα πιο γρήγορα από πριν, σταμάτησα όταν είδα φώς, κουλουριάστηκα, νόμιζα ότι ερχόταν πάνω μου, ήταν η εκδίκησή του που με πλησίαζε, τυφλώθηκα, αφέθηκα, δεν ήταν εκδίκηση, ήταν παράδεισος, είχα πεθάνει και ήμουν στον παράδεισο. Είδα τον παππού μου να φτιάχνει σοκολάτες, πήγα να τον αγκαλιάσω, πόσο πολύ το λαχταρούσα… (παύση) Κάποιος πέρασε βρίζοντας, γέλαγε και έβριζε, απ΄ το παράθυρο πέταξε ένα κομμάτι στόμα που έβριζε πάνω στα μούτρα μου. Σηκώθηκα, άρχισα πάλι να τρέχω, στα χέρια μου βλέπω σοκολάτα, τα κουνάω να τα φέρω στο στόμα να τα γλύψω, δεν κουνιούνται. Ακούω δέκα κραυγές τα δάχτυλά μου, γεμάτα σοκολάτα, ζεστή, με καίει, αλλά δε μπορώ να κάνω τίποτα για να τη φτάσω. Το στόμα μου λαχταράει ένα μικρό κομμάτι γεύση, τρέχω προς το αυτοκίνητό μου, να προλάβω να φύγω, να τον βρώ, τον άνθρωπο με τη βρώμικη κάπα… (παύση) Δεν ήταν άνθρωπος, ήταν ζώο… Ότι κι αν ήταν εγώ ήμουν χειρότερος, εγώ τον σκότωσα, όχι δεν τον σκότωσα, αφού δεν τον βρίσκω, δεν είναι πουθενά, σαν ελατήριο έφυγε, δεν υπήρξε ποτέ, ήταν η φαντασία μου, όπως ο παππούς, ο παππούς έχει πεθάνει, αυτός πώς… Αλλά τον είδα, τον είδα στ’ αλήθεια, ήταν σιχαμένος και βρώμικος. Ότι κι’ αν ήταν εγώ είμαι χειρότερος από αυτόν, το αυτοκίνητό μου, πουθενά, τρέχω, φοβάμαι, τα πόδια μου δεν τα νοιώθω, αλλά τρέχω, να βρω μία σοκολάτα…

Ο άνδρας χάνει τις αισθήσεις του, ακούγονται σειρήνες περιπολικών.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: