Η τιράντα

Νοέμβριος 27, 2007

ΓΟΥΝΤΥ: (Στο κρεβάτι.) Πήγαινε λίγο πιο δίπλα, γλυκέ μου… έτσι… για να απλωθώ κι εγώ. Αχ, ωραία… φίλησε με… Πόσο είσαι όμορφος… μ’ αρέσει να σε κοιτάζω… γελάς; Τώρα θα σου δείξω…μμ. (Χτυπάει το τηλέφωνο) Άστο, η μάνα μου θα είναι. Με ψάχνει. Έχει ξαναπάρει, δεν το σήκωσα. Πάνε χρόνια που δεν μιλάμε. Δεν ξέρω τι νόημα έχει. Έχει την Προύντενς κοντά. Δε σου το είπα αυτό, ο πατέρας μου είναι στα τελευταία του. Ίσως χρειαστεί να πάω για λίγο, θα κάτσεις φρόνιμος μέχρι να γυρίσω; Μη μου γυρνάς την πλάτη! (Ξαναχτυπάει το τηλέφωνο.) Εμπρός; Έλα μητέρα… λυπάμαι μητέρα. Εντάξει. Θα προσπαθήσω αύριο το πρωί να έχω φτάσει. (Κλείνει.) Αυτό ήταν. Πέθανε. Θέλουν να είμαι στην κηδεία. (Σηκώνονται) Πρέπει να ετοιμαστώ αμέσως για το ταξίδι. (Ντύνονται) Μακάρι να μπορούσα να σε πάρω μαζί. Μη θυμώνεις σε παρακαλώ, θα λείψω το πολύ δυο μέρες. Αυτό το παντελόνι σου πέφτει γλυκέ μου. Πάρε τη μία τιράντα μου. Να, μία εσύ μία εγώ. Κάτσε να στην κουμπώσω. Σου πάει! Θα λανσάρεις μόδα… φίλησε με.
ΤΖΟΝ: Αγορίνα μου, πώς μεγάλωσες! Άντρακλά μου εσύ! Έχεις εσύ μια καρδιά, θηρίο! Οι γιατροί τότε κατέθεσαν τα όπλα αλλά εσύ όχι! Είσαι σκληρό αντράκι εσύ θα το δοξάσεις το όνομά μας! Μεγάλος και τρανός θα γίνεις. Κατέβασε το χεράκι σου να κουμπώσω και την τιράντα, σου πάει αυτή η φόρμα που σου πήρε ο μπαμπάς. Μπροστά στα μάτια της μάνας σου και τα δικά μου σ’ αναστήσανε. Δυο φορές σε γεννήσαμε εσένα. Τ’ ακούς; Δύο. Βήξε λίγο πάλι, κάνε γκχχ-γκχχ όπως έκανες τότε πριν ένα χρόνο που σε ξέγραψαν. Γκχ- γκχ τους έκανες, ε μάγκα μου, σα να τους έλεγες «έϊ, άλλη μια προσπάθεια κύριοι γιατροί», και μετά σε ξανάφεραν στη ζωή δικέ μου. Έτοιμος, ντυμένος. Γιατί μας λαχτάρησες έτσι παλιόπαιδο; Λυπόμαστε, κάναμε ό,τι μπορούσαμε, μας είπαν, και συ ενώ κλαίγαμε έκανες «γκουχ-γκουχ» και μετά το θαύμα. Και ο μικρός μου Γούντυ είναι τώρα υγιέστατος. Πονηρέ μου, εσύ, παιγνιδιάρη μου. Ο γιος μου, ο γιος μου ο όμορφος, το παλικάρι μου. Κάτσε τώρα ακίνητος να σου βγάλουμε τη φωτογραφία για την εφημερίδα. Κοίτα που θα βγει το πουλάκι!
ΚΑΡΕΝ: Ένα ποτήρι νερό παρακαλώ και συνεχίζουμε αμέσως. (Βγάζει ένα χάπι.) Πρέπει να το παίρνω ακριβώς στην ώρα του, αλλιώς με πιάνει κατάθλιψη. Α, ευχαριστώ. Από τότε που έφυγε ο Τζον, η απουσία του παιδιού μού έγινε αβάσταχτη. Θέλω να φτιάξεις μια τιράντα λοξά πάνω από τον αριστερό ώμο, να κουμπώνει μπροστά δεξιά. Από την κηδεία έχω να τον δω. Και τότε κάτι ώρες έμεινε, ούτε δυο κουβέντες δεν είπαμε. Του είπα πως ήθελα να κάτσει μερικές εβδομάδες και μου είπε να έρθει και ο φίλος του να μείνει μαζί μας. Ακούς; Του είπα ότι δεν γινόταν. Δεν φτάνει που μας το πέταξε στα μούτρα τότε, τουλάχιστον αν δεν το ξέραμε… Νομίζω αυτό είναι το μήκος. Στερέωσέ την τώρα πρόχειρα και άμα το φορέσω και σιγουρευτώ το ράβεις κανονικά. Έτσι τσακώθηκαν. Και γω τι έφταιγα, που τώρα είμαι μόνη; Ο Τζον τον έδιωξε από το σπίτι και ο Γούντυ εξαφανίστηκε για χρόνια. Τηλεφωνούσε αραιά και πού. Τώρα όμως δεν πάει άλλο. Θέλω να βλέπω το παιδί μου. Γι’ αυτό θα πάω στο γάμο τους.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: