Το παλτό

Οκτώβριος 22, 2007

Πρόσωπα του έργου: άντρας (γύρω στα 40)

Ένας άντρας μιλάει σε έναν φανταστικό ομιλητή.

Άντρας: Φεύγω… Ε!… δηλαδή ναι. Σκέφτομαι να φύγω. Τώρα. Μετά, δεν ξέρω. Μπορεί και να μη μπορώ. Δεν είναι δύσκολο. Κάνεις ένα βήμα, μετά δύο, μετά…(παύση)… και… ναι… ίσως και να μη χρειάζεται. Στο κάτω κάτω εδώ μπορεί να’ ναι και καλύτερα.
Το τέλειο άλλοθι. Αυτά λένε όσοι νομίζουν ότι ζουν… ακόμη…
(παύση)
Τη μάνα μου δεν τη συμπάθησα ποτέ. Δηλαδή, όχι και ποτέ. Τώρα… μπορεί και να τη συμπαθώ. Ήταν όμως η ρουφιάνα… σκύλα… ναι, όπως τα λες.
Το δικό της, μια ζωή το δικό της. Εμείς;… σαν να μην υπήρχαμε.
Και σάμπως υπήρχαμε. Εγώ άρχισα να μιλάω στα δεκαοχτώ. Δηλαδή, μίλαγα, αλλά από μέσα μου. Ε… ναι στο σπίτι. Στο σχολείο, μια χαρά. Δηλαδή, έτσι νόμιζα.
Μέχρι που ο φίλος μου ο Μιχάλης μου λέει μια μέρα: «Ρε Λευτέρη μας έχεις πρήξει τ’ αρχίδια. Έλεος πια. Άσε και κανέναν άλλον να μιλήσει. Αμάν!».
Αμάν; Αυτό ήταν. Σταμάτησα να μιλάω κι εκεί.
(Σχεδόν ψιθυριστά) Μόνο από μέσα μου. Παντού. Στο σπίτι, στο σχολείο, αργότερα στη δουλειά. Από μέσα μου. Έτσι, για να μην ενοχλώ κανέναν.
Το στόμα το χρησιμοποιούσα μόνο για να τρώω και ν’ αναπνέω.
(παύση)
Στην αρχή είναι δύσκολο. Μετά συνηθίζεις. Έρχεται μόνο του. Ανοίγεις το στόμα και δε βγαίνει τίποτα. Άχνα!! Κάποιες φορές δεν ακούς ούτε την αναπνοή σου. Παλιά τρόμαζα. Τώρα ξέρω!!
(παύση)
Ούτε κι εγώ κατάλαβα πως έγιναν όλα. Κυριακή ήταν νομίζω. Περπατούσα στο δρόμο, κάποιος με πλησιάζει ζητώντας μου φωτιά. «Δεν έχω», του λέω. Μου γυρίζει την πλάτη. Φεύγοντας τον ακούω να λέει «άντε ρε ηλίθιε!». Δε λέω τίποτα, το καταπίνω.
Πιο κάτω ένα παιδί κλαίει, μια γυναίκα τσακώνεται με κάποιον, αυτός ετοιμάζεται να τη χτυπήσει, μπαίνω μπροστά της, κι ακούω τη γυναίκα να ουρλιάζει στ’ αυτιά μου «φύγε απ’ τη μέση ρε ηλίθιε!».
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή νοιώθω ένα ανακάτεμα στο στομάχι. Πρώτη φορά.
Φτάνω σπίτι μου. Η πόρτα ανοιχτή. Να δεις που η μάνα μου πέρασε από δω. Πρέπει ν’ αλλάξω πάλι κλειδαριά. Την αλλάζω σχεδόν κάθε μέρα. Έτσι για να είμαι σίγουρος. Όλα ανακατωμένα… το χειρότερο απ’ όλα;… το παλτό… εξαφανισμένο…
(παύση)
Ξαφνικά το μυαλό μου κόλλησε. Ένοιωσα σα να ήμουν πάλι παιδί, χωμένο σ’ εκείνη τη σοφίτα, γεμάτη με παλιά ρούχα που δεν τα χρησιμοποιούσε κανένας. Εμένα μ’ άρεσε να τα ψάχνω όλα αυτά. Εκεί μέσα ήταν το καταφύγιό μου. Το μόνο μέρος που δεν έμπαινε η μάνα μου. Σιχαινότανε!!
Τρύπωνα κρυφά και σκάλιζα τα πάντα. Και ξέρεις κάτι;… εκεί μέσα μίλαγα… κι ακουγόμουν. Κάποιες φορές μάλιστα, σκεπαζόμουν με το παλτό του πατέρα μου, και… ούρλιαζα…
Μάλλον θα πρέπει να είχε καλή μόνωση. Δε μ’ ενόχλησε ποτέ κανένας.
(παύση)
Κάνεις ένα βήμα, μετά δύο. Δεν είμαι σίγουρος με πόσα δραπετεύεις… και εάν;… Μερικές φορές νομίζω ότι τα πόδια μου έχουν ρίζες…
(παύση)
Βγαίνω απ’ το σπίτι. Δεν αντέχω την παρουσία της εκεί μέσα. Στους τοίχους, στα έπιπλα… παντού…
Περπατάω μόνος μου, εντελώς αφηρημένος. Ένα αυτοκίνητο πέφτει πάνω μου. Βρίσκομαι ακίνητος στο δρόμο. Γύρω μου πολλά άτομα. Για δευτερόλεπτα νομίζω ότι είμαι νεκρός, μέχρι που ακούω κάποιον να λέει. «Αυτός ο ηλίθιος φταίει. Πέρασε με κόκκινο!». Θόλωσε το μυαλό μου, γύρισε το μάτι μου ανάποδα. Πετάγομαι πάνω και τον αρπάζω απ’ το λαιμό.
Η τελευταία εικόνα που θυμάμαι είναι… εμένα πάνω σ’ αυτόν να του χτυπάω το κεφάλι με λύσσα στο πεζοδρόμιο, οι άλλοι να με τραβάνε, κι ένας καταιγισμός από ακατανόητα λόγια….
«Στο διάολο όλοι. Ό,τι και να κάνετε εγώ θα μιλάω. Τ’ ακούτε ρε!! Μάνα μ’ ακούς; Ποιον είπες ηλίθιο ρε; Γαμημένο αρχίδι. Εγώ φταίω μωρή καριόλα. Έπρεπε να σ’ αφήσω να σε ξεσκίσει ο άλλος. Θα σου ξεριζώσω το λαρύγγι και θα στο δώσω να το φας».
(παύση)
Μετά λιποθύμησα. Ξύπνησα σ’ ένα λευκό δωμάτιο. Μπροστά απ’ το κρεβάτι μου κρεμόταν μια καρτέλα με την ένδειξη ΕΛΕΓΧΟΣ ΘΥΜΟΥ.
Ε αυτό ήταν, καταλαβαίνεις τώρα. Από κείνη τη μέρα αφήνιασα. Δεν άφηνα κανέναν σε ησυχία. Έβριζα συνεχώς, χωρίς λόγο, και το βράδυ… ούρλιαζα.
Τέτοια ευχαρίστηση δεν είχα νοιώσει ποτέ στη ζωή μου. Επιτέλους για πρώτη φορά ένοιωθα ευτυχισμένος. Μίλαγα κι άκουγα τη φωνή μου.
Εντάξει, με είχαν φορτώσει με ένα σωρό χάπια, αλλά ποιος τα’ παιρνε. Τα’ φτυνα κρυφά.
Τι λέτε ρε μουνόπανα, έφαγα όλη μου τη ζωή για να μάθω να μιλάω κι εσείς θέλετε να με μετατρέψετε σε φυτό. Χα!!
(μεγάλη παύση)
Μια μέρα μπήκαν μεσ’ το δωμάτιό μου τρία άτομα. Ούτε που θυμάμαι τα πρόσωπά τους. Νομίζω ότι δεν είχαν μάτια και τους είχαν κόψει και τη γλώσσα. Δεν είπαν τίποτα. Με μετέφεραν σ’ ένα άδειο δωμάτιο, χωρίς παράθυρο. Με κλείδωσαν εκεί.
Μεσ’ το σκοτάδι κόλλησε πάλι το μυαλό μου, κι άρχισα στα τυφλά να ψάχνω για παλιά ρούχα. Όμως δεν υπήρχε τίποτα.
Να δεις που αυτή η σκύλα η μάνα μου το ανακάλυψε ότι ήταν το κρησφύγετό μου και τα πέταξε όλα, έτσι για να μ’ εκδικηθεί.
(παύση)
Δε ξέρω πόσο καιρό έμεινα εκεί μέσα. Όταν μια μέρα άνοιξε η πόρτα, το φως με τύφλωσε και το μόνο που κατάφερα να ψελλίσω ήταν… «Δε θα το ξανακάνω μαμά».

 

Σκοτάδι

Advertisements

One Response to “Το παλτό”

  1. Angelo Ανδρεόπουλος Says:

    Αυτό το κομμάτι το θεωρώ ίσως το καλλίτερο του site και το μόνο που ζηλεύω τόσο πολύ.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: