Η σαγιονάρα

Οκτώβριος 3, 2007

Οι μπότες

(Κρεβατοκάμαρα. Ημίφως. Ένας άντρας και μια γυναίκα ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, ντυμένοι, πάνω από τις κουβέρτες. Ο άντρας κρατάει στην αγκαλιά του τη γυναίκα και της χαϊδεύει τα μαλλιά. Της μιλάει σιγανά, ψιθυριστά. Απ’ έξω ήχος βροχής)

ΜΙΧΑΛΗΣ: Βρέχει… Την ακούς τη βροχή, σπουργιτάκι; (Παύση.) Βγαίναμε έξω για να γίνουμε μούσκεμα… θυμάσαι; Χορεύαμε απ’ τη χαρά μας. Πιο πολύ στις ξαφνικές μπόρες, τα καλοκαίρια στην Αιδηψό. Τρώγαμε ξύλο μετά… Ποιος νοιαζόταν; (Παύση.) Τα χέρια σου μύριζαν βιολέτα και άνθη λεμονιάς. Μεγάλη Παρασκευή. Στόλιζες όλη νύχτα τον επιτάφιο. Όταν γύριζες, έμοιαζες με άγγελο που το ’σκασε απ’ τον Παράδεισο. Ποτέ δεν ήσουνα πιο όμορφη απ’ τη Μεγάλη Παρασκευή. Η μάνα σταυροκοπιόταν και σε ξεμάτιαζε, η Μαρίνα σε χάζευε. Εγώ δάγκωνα με λύσσα τα χείλια μου ώσπου να ματώσουν, όταν σε κοίταζαν τ’ αγόρια στην εκκλησία. (Παύση.) Θυμάσαι την πρώτη φορά που πήγαμε σινεμά; Ήταν τα γενέθλιά σου, έκλεινες τα 20. Έπαιζε την Καζαμπλάνκα, σπάραξες στο κλάμα, εγώ έκανα τον σκληρό… «Ωραία γενέθλια! Και του χρόνου εδώ να τα γιορτάσουμε!» είπα, μήπως σε κάνω να γελάσεις… δεν το άντεχα… Δεν… (Λυγμός που πνίγεται. Παύση.) Αγκάλιασέ με… σφιχτά… Έτσι. (Μεγάλη παύση) Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας βασιλιάς, που είχε όλα τα καλά του κόσμου. Έζησε ευτυχισμένος με τα παιδιά και τα εγγόνια του μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Όταν γέρασε πολύ, άρχισε να σκέφτεται πού θα πάει όταν πεθάνει. Κάλεσε στο παλάτι του όλους τους σοφούς της γης, για να τους ρωτήσει πώς είναι ο θάνατος. Εκείνοι του απάντησαν πως δεν τον έχει δει κανένας ζωντανός, και όσοι τον είδαν, δε γύρισαν ποτέ πίσω για να το πουν. Ο βασιλιάς στεναχωρήθηκε πολύ, κι από τη στεναχώρια αρρώστησε βαριά. Όλοι οι γιατροί του βασιλείου έτρεξαν να τον σώσουν, αλλά μάταια. «Αφού δε μπορείτε να μου πείτε πώς είναι ο θάνατος, θα πάω να δω μόνος μου. Και θα γυρίσω να σας πω. Σας το υπόσχομαι» (Παύση.) Η μάνα ζύμωνε ψωμί. Απόγευμα ήταν, θυμάσαι; Παίζαμε οι τρεις μας στην αυλή. Ο πατέρας έλειπε πάλι. Εσύ τους είδες πρώτη. Ψηλοί, με κόκκινα μάγουλα και λασπωμένες αρβήλες. «Πού ’ναι η μάνα σου, μωρή;» σε ρώτησαν. Αντί να τρέξεις να τη φωνάξεις, ήρθες και χώθηκες στην αγκαλιά μου. Η Μαρίνα της μίλησε. Πετάχτηκε εκείνη με τα χέρια αλευρωμένα, τους είδε και πάγωσε. (Παύση) Το βρήκαμε στο παράθυρο της κουζίνας. Μικρές στάλες αίμα στο χιόνι. Την άλλη μέρα το θάψαμε. Ρωτούσες αν τα σπουργίτια πάνε στον παράδεισο, όπως οι καλοί άνθρωποι. Στον ίδιο παράδεισο. (Παύση) «Πέρασαν χρόνια. Ο βασιλιάς δε γύρισε. Κανείς δεν τον συνάντησε. Μόνο ένα αγόρι με ματωμένα χείλια τον είδε στ’ όνειρό του. «Βασιλιά, είδες τον θάνατο;» τον ρώτησε. Ο βασιλιάς έγνεψε «ναι» με το κεφάλι του. «Και πώς ήταν;» «Ψηλός, με κόκκινα μάγουλα και λασπωμένες αρβήλες», είπε. (Παύση. Λυγμός που πνίγεται.) «Και γιατί φοράει λασπωμένες αρβήλες;» ρώτησε το αγόρι. «Δεν τις φοράει πάντα», είπε ο βασιλιάς. «Μόνο όταν πηγαίνει να πάρει νέους, για να βαρύνουν τα πόδια του.»» (Παύση.) Κοιμήθηκες, άγγελέ μου; (Παύση. Έξω ο ήχος της βροχής δυναμώνει. Τη σφίγγει απελπισμένα στην αγκαλιά του και κλαίει σιωπηλά.)

Η σαγιονάρα

ΚΩΣΤΑΣ: Με τον κατηγορούμενο γνωριζόμαστε από παιδιά. Παραθερίζαμε μαζί στην Αιδηψό, πολλά καλοκαίρια. Ύστερα ήρθανε και μείνανε δίπλα μας, στην Κυψέλη. Τότε πια γίναμε στενοί φίλοι. Όταν οι γονείς μου πήραν τη σύνταξή τους και πήγαν να μείνουν στο χωριό, ο Μιχάλης και οι αδερφές του έγιναν οικογένειά μου. Ένας τοίχος μας χώριζε, απ’ το πρωί ως το βράδυ ήμασταν μαζί. Φυσικό ήταν, όπως καταλαβαίνετε, να ερωτευτώ την αδερφή του, τη Μαρίνα, και να γίνουμε κανονικοί συγγενείς. Η άλλη αδερφή, η Κατερίνα, ήταν πάντα πιο απόμακρη, ζούσε σ’ ένα δικό της κόσμο. Λιγομίλητη, κλεινόταν ώρες μόνη στο δωμάτιό της, εμείς οι τρεις στο σαλόνι παίζαμε χαρτιά, βλέπαμε τηλεόραση, συζητούσαμε, εκείνη άλλες παρέες δεν είχε, ούτε φίλες από τη γειτονιά, ούτε από αλλού. Πήγαινε συχνά στην εκκλησία, εγώ την πείραζα μάλιστα, «να μου φυλάξεις μια θέση στον παράδεισο» της έλεγα, «στα αριθμημένα, εσύ που θα ’χεις το μέσον», εκείνη χαμογελούσε, αλλά μ’ ένα γέλιο, τι να σας πω, σα μορφασμός ήταν, σε πάγωνε. Καλό κορίτσι όμως, ψυχούλα, έβγαζε το ρούχο της να στο δώσει. Για τ’ αδέρφια της σκιζόταν. Στον Μιχάλη είχε αδυναμία, φαινόταν. Πατέρα δε γνώρισαν, πέθανε στην εξορία, στη Χούντα. Ο Μιχάλης ήταν και πατέρας κι αδερφός της, άλλος άντρας στη ζωή της δε μπήκε. Αφού, έτσι που μένανε ανύπαντροι κι οι δυο τους, χωρίς άλλες παρέες, ώρες ώρες μου περνούσε απ’ το μυαλό… κι ύστερα έλεγα μέσα μου, τι λες ρε κάθαρμα, τέτοιες σκέψεις κάνεις για τ’ αδέρφια σου ρε; Γιατί αδέρφια μου ήτανε πια, όχι απ’ τον νόμο, έτσι τους ένιωθα. (Παύση) Και πριν τρία χρόνια, ανήμερα της Παναγίας ήτανε, δεν είχαμε άδεια από τις δουλειές μας, ήμασταν όλοι στην Αθήνα, οι Ολυμπιακοί αγώνες, ξέρετε, έρχεται ο Μιχάλης κατά τις 12 στο σπίτι μας, άσπρος σαν το πανί, έτοιμος να λιποθυμήσει. «Κώστα, η Κατερίνα τρελάθηκε», μου λέει. «Ξέρεις τι μαγειρεύει; Τη σαγιονάρα. Τη σαγιονάρα της, ρε Κώστα, και μου λέει πως είναι μπριζόλα!» Καλέσαμε το ασθενοφόρο, την πήρανε, δεν αντιστάθηκε, μας κοίταζε μόνο μ’ ένα βλέμμα παιδικό, όλο απορία. Η Μαρίνα πεσμένη στον καναπέ, βουβή, σπάραζε στο κλάμα. (Παύση) Έμεινε 4 μήνες στην κλινική, όταν βγήκε ήταν άλλος άνθρωπος. Δε συνήλθε ποτέ. Από κει και πέρα μετράγαμε πια πόσο συχνά ξανάρχονταν οι κρίσεις, πόσο καιρό την κράταγαν μέσα, κάθε φορά περισσότερο. Και κάθε φορά γύριζε πιο απόμακρη. Ο Μιχάλης από την άλλη να λιώνει. Έμεινε πετσί και κόκαλο, σπάνια έβαζε μπουκιά στο στόμα του, τσιγάρο και ποτό, πολύ ποτό, πάντα μεθυσμένος γύριζε σπίτι. Εγώ προσπαθούσα να παρηγορήσω τη γυναίκα μου, ήταν έγκυος, από τη στενοχώρια και το κλάμα το ’χασε το παιδί στον τέταρτο μήνα. Και τότε ξέσπασε. Μου τα είπε όλα. Το ήξερε πως τ’ αδέρφια της είχαν σχέση, τους είχε δει πριν πολλά χρόνια. Γι’ αυτό τρελάθηκε η Κατερίνα, δεν άντεχε άλλο το βάρος. «Θα έρθουν και χειρότερα! Θα έρθουν και χειρότερα!» έλεγε μέσα στους λυγμούς της. Δεν έπεσε έξω. Τα υπόλοιπα τα ξέρετε. (Παύση) Γιατί το ’κανε; Γιατί δεν άντεχε να τη βλέπει άλλο να βασανίζεται. Γιατί την αγαπούσε. Πολύ. Κι αυτό φάνηκε κι απ’ τον τρόπο που έγινε … ο φόνος εννοώ. Ούτε τη χτύπησε, ούτε τη μαχαίρωσε, ούτε την πυροβόλησε. Της έδωσε τα ηρεμιστικά της χάπια, όλα, κι ύστερα την πήρε στην αγκαλιά του και τη νανούριζε σα μωρό, ώσπου κοιμήθηκε. Έτσι τους βρήκαμε το πρωί. Ήταν το μόνο βράδυ που ο Μιχάλης δεν είχε πιει. Δεν ξανάπιε. Ούτε ξαναμίλησε. Το ξέρετε κι εσείς. Δεν θέλω να τον υπερασπίσω, ούτε ο ίδιος πρόκειται να υπερασπίσει τον εαυτό του, δεν τον νοιάζει τίποτα πια. Και δε θέλω να πω ότι έκανε καλά. Θέλω μόνο να σας πω ότι ο Μιχάλης, κύριε δικαστά, δε γεννήθηκε εγκληματίας. Μόνο αυτό θέλω να πω.

Απρίλης 2007

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: